Η πολιτική είναι πάντα πιο ενδιαφέρουσα από τις δημοσκοπήσεις. Οι δημοσκοπήσεις φωτογραφίζουν τη στιγμή. Οι πολιτικές μετατοπίσεις αποτυπώνουν αυτό που έρχεται.
Οι «δυνατοί», μπορούν να τις αξιολογήσουν, να συμμετέχουν και να ιεραρχήσουν τους σκοπούς και στόχους τους στην γένεση της νέας εποχής. Οι «αδύναμοι», εμπλέκονται και σωματοποιούν τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων εξαιρώντας αυτόματα την οντότητα τους από τις ριζοσπαστικές αλλαγές. Οι «ενδιάμεσοι», ακροβατούν στις γκρίζες ζώνες και αυτοπροσδιορίζονται ως οι «αναλώσιμοι ιστορικά».
Υπάρχουν περίοδοι στην πολιτική ζωή ενός τόπου όπου οι εξελίξεις δεν μοιάζουν με μια απλή εναλλαγή προσώπων, κομμάτων ή κυβερνήσεων.
Μοιάζουν περισσότερο με το τέλος μιας εποχής και την αβέβαιη γέννηση μιας άλλης. Πρόκειται για μια πολιτική «κηδεία» και ταυτόχρονα με έναν πολιτικό «γάμο». Με την αποχώρηση σχημάτων, ιδεών και βεβαιοτήτων που κυριάρχησαν επί δεκαετίες και με την αναζήτηση νέων συμμαχιών, νέων ταυτοτήτων και νέων αφηγήσεων που φιλοδοξούν να εκφράσουν τις ανάγκες μιας κοινωνίας που αλλάζει.
Βρισκόμαστε ίσως μπροστά σε μια νέα τέτοια στιγμή. Η μεταπολιτευτική αρχιτεκτονική που διαμόρφωσε την πολιτική ζωή της χώρας για μισό αιώνα δείχνει να εξαντλεί τα όριά της.
Η ελληνική πολιτική σκηνή δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, ακολουθεί μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση ανασύνθεσης των κομματικών συστημάτων που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και δύο δεκαετίες. Η εμπειρία από την Ευρώπη δείχνει ότι τα κόμματα δεν κρίνονται μόνο από την οργανωτική τους δύναμη ή την αναγνωρισιμότητα των ηγετών τους. Κρίνονται από τρία στοιχεία:
Αν εκφράζουν μια υπαρκτή κοινωνική συμμαχία.
Αν διαθέτουν πειστικό αφήγημα για το μέλλον.
Αν μπορούν να μετατρέψουν τη διαμαρτυρία σε πρόταση διακυβέρνησης.
Γι’ αυτό η σημερινή κρίση των εθνικών κομμάτων δεν είναι απλώς εκλογική. Είναι κρίση ταυτότητας, εκπροσώπησης και σκοπού. Αλλάζουν ολόκληρα πολιτικά συστήματα. Και κάπου εκεί αρχίζει η νέα μεταπολίτευση
H «κηδεία» αφορά βασικά το τέλος της μεταπολίτευσης του 1974.
Ο «γάμος» αφορά τη γέννηση μιας νέας προοδευτικής κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας,
Το πραγματικό ερώτημα συνεπώς, δεν είναι ποιο κόμμα θα επιβιώσει. Αλλά ποιος θα καταφέρει να εκφράσει τη νέα Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας.
Η πραγματική μεταπολίτευση δεν θα κριθεί από το ποιο κόμμα θα πεθάνει ή ποιο θα γεννηθεί.
Θα κριθεί από το ποιος θα καταφέρει να εκφράσει τέσσερις μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες που σήμερα βρίσκονται πολιτικά «ορφανές».
Τη νέα γενιά, που δεν βλέπει προοπτική,
Τη μεσαία τάξη, που αισθάνεται ότι υποχωρεί,
Τους εργαζόμενους, της επισφάλειας και των χαμηλών εισοδημάτων,
Την περιφέρεια, που αισθάνεται ότι μένει πίσω στην αναπτυξιακή διαδικασία,
Την ρύθμιση της λειτουργίας των αγορών και των νέων τεχνολογιών, που διεμβολίζουν το υπαρξιακό μοντέλο των παραγωγικών διαδικασιών.
Όποιος συγκροτήσει μια πειστική συμμαχία αυτών των δυνάμεων θα είναι ο «γάμος» της νέας εποχής.
Όποιος συνεχίσει να απευθύνεται μόνο στους ήδη πεπεισμένους, στους κομματικούς μηχανισμούς και στα εκλογικά «σίγουρα χαρτιά», κινδυνεύει να αποτελέσει μέρος της «κηδείας» του παλιού πολιτικού συστήματος.
Σε όλη αυτή την πολιτική διεργασία έρχονται στο δημόσιο διάλογο η έννοια του «κέντρου». Η έννοια του «Κέντρου» σήμερα δεν είναι η ίδια με εκείνη της δεκαετίας του 1960 ούτε καν της μεταπολίτευσης. Δεν αποτελεί πλέον μια σαφή ιδεολογική ταυτότητα. Είναι περισσότερο ένας πολιτικός χώρος διαχείρισης, συναίνεσης και κυβερνησιμότητας παρά μια συνεκτική κοινωνική ή ιδεολογική πρόταση.
Το Κέντρο όπως φαίνεται με τις σημερινές εξελίξεις, που έχει αλλάξει ο παραγωγικός και κοινωνικός ιστός, μετατρέπεται πολλές φορές σε «καταφύγιο» των παραδοσιακών κομμάτων όταν χάνουν την οργανική τους σχέση με τις κοινωνικές ομάδες που ιστορικά εκπροσωπούσαν.
Η επίκληση του Κέντρου συχνά λειτουργεί ως ασφαλής πολιτική επιλογή.
Με αυτή την έννοια, υπάρχει ο κίνδυνος το Κέντρο να μετατραπεί όχι σε κινητήρια δύναμη αλλαγής αλλά, σε χώρο συντήρησης του υπάρχοντος συστήματος. Όχι επειδή οι πολίτες του Κέντρου είναι συντηρητικοί, αλλά επειδή τα κόμματα χρησιμοποιούν το Κέντρο ως υποκατάστατο της δικής τους κοινωνικής στρατηγικής. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι ποιος θα κερδίσει το Κέντρο. Το ερώτημα είναι αν το Κέντρο μπορεί να αποκτήσει ξανά κοινωνικό περιεχόμενο.
Ίσως, τελικά, η μεγάλη πολιτική ανατροπή να μη γεννηθεί μέσα από τη μάχη για το Κέντρο αλλά από την επανασύνδεση της πολιτικής με εκείνους που σήμερα δεν εκπροσωπούνται. Με τους νέους που απέχουν, με τα κοινωνικά στρώματα που νιώθουν αόρατα, με όσους δεν πιστεύουν πλέον ότι η ψήφος τους μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους.
Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση πιθανότατα δεν θα κριθεί μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς με τους όρους της Μεταπολίτευσης.
Θα κριθεί ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Μιας αντίληψης που δίνει προτεραιότητα στη σταθερότητα μέσω συγκέντρωσης εξουσίας.
Μιας αντίληψης που επιδιώκει σταθερότητα μέσω κοινωνικών συναινέσεων, θεσμικών εγγυήσεων και ευρύτερων πολιτικών συνεργασιών.
Σε αυτό το νέο πεδίο, η ενδεχόμενη κίνηση Σαμαρά που φαίνεται ότι θα αφορά κυρίως την ιδεολογική φυσιογνωμία της συντηρητικής παράταξης, η ΕΛ.ΑΣ που ως σημαντικό πολιτικό εγχείρημα έχει ακόμη σημαντικές προκλήσεις για να εδραιώσει ένα κόμμα με ισχυρές κοινωνικές ρίζες, η Ελπίδα που βρίσκεται σε αναζήτηση πλαισίου που πιθανά να μην αναγνωρίζεται από τα υπάρχοντα κόμματα, τα κοινοβουλευτικά κόμματα και κυρίως η στρατηγική επιλογή του ΠΑΣΟΚ, θα επηρεάσουν όχι μόνο τους κομματικούς συσχετισμούς, αλλά και το ποια μορφή θα πάρει η επόμενη μεταπολιτευτική περίοδος της χώρας.
Η «κηδεία», δεν αφορά απαραίτητα ένα κόμμα, αλλά ένα μοντέλο πολιτικής εκπροσώπησης. Και ο «γάμος», δεν αφορά μια εκλογική συνεργασία, αλλά τη συνάντηση νέων κοινωνικών αναγκών με μια νέα πολιτική αφήγηση.
Και μεταξύ μας. Αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον θέμα από το ποιος θα πάρει μισή μονάδα πάνω ή κάτω στην επόμενη μέτρηση.
(Η Κατερίνα Μπατζελή είναι πρ. Υπουργός, βουλευτής και ευρωβουλευτής)

























