Η πολιτική περίοδος που ξεκίνησε το 1974 πλησιάζει στο τέλος της. Όχι επειδή το ανακοίνωσε κάποιο κόμμα ή κάποιος πολιτικός αρχηγός. Αλλά επειδή η ίδια η κοινωνία έχει πάψει να πιστεύει στο σύστημα που οικοδομήθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας.
Για δεκαετίες, η Μεταπολίτευση παρήγαγε σταθερότητα, την ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια και μία αίσθηση δημοκρατικής κανονικότητας. Όμως το μοντέλο εξουσίας που διαμορφώθηκε τότε εξάντλησε πλέον τα όριά του. Η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική ή πολιτική. Είναι κρίση εμπιστοσύνης. Οι πολίτες δεν αμφισβητούν απλώς την κυβέρνηση. Αμφισβητούν τη λειτουργία ολόκληρου του συστήματος της παλιάς Μεταπολίτευσης.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση. Η εμπιστοσύνη στα παλιά πολιτικά κόμματα, στη Δικαιοσύνη και στους θεσμούς καταρρέει. Η αίσθηση ότι η διαφθορά έχει διαπεράσει το κράτος και το πολιτικό προσωπικό είναι σχεδόν καθολική. Δεν πρόκειται για μία συνηθισμένη φθορά της εξουσίας. Πρόκειται για βαθιά κρίση νομιμοποίησης.
Το έγκλημα των Τεμπών, τα σκάνδαλα των υποκλοπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ και η ανεπάρκεια της Δικαιοσύνης ξεχειλίζουν την απογοήτευση και την οργή. Μετά τη δοκιμασία της χρεοκοπίας, η κοινωνία βιώνει καθημερινά την κρίση των θεσμών. Η αίσθηση ότι η εξουσία λειτουργεί χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα έχει διαμορφώσει ένα πρωτοφανές κύμα δυσπιστίας.
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της MRB, το 71% των πολιτών θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή εισαγγελία κάνει αμερόληπτα τη δουλειά της και θεωρεί λάθος να είναι ξανά υποψήφιοι οι βουλευτές για τους οποίους ζητήθηκε η άρση ασυλίας τους. Το 80% ζητά τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής για να διερευνηθούν ενδεχόμενες ευθύνες των υπουργών στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Το 70% εκτιμά ότι πρέπει να γίνει εξεταστική επιτροπή για τις υποκλοπές. Μόλις το 17,8% των πολιτών θέλει αυτoδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος μοιάζει περιορισμένη σε τεχνικές παρεμβάσεις και μικρές διορθώσεις. Όμως το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Ξενοφών Κοντιάδης, στην πλειονότητά τους οι αλλαγές αυτές θα μπορούσαν να υλοποιηθούν ακόμα και χωρίς αναθεώρηση, με απλές νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Το Σύνταγμα του 1975 γράφτηκε σε μία άλλη εποχή. Για μία Ελλάδα που έβγαινε από τη δικτατορία, σε έναν κόσμο χωρίς ψηφιακή εξουσία, χωρίς αλγόριθμους, χωρίς παγκοσμιοποιημένα οικονομικά κέντρα και χωρίς τη σημερινή κρίση αντιπροσώπευσης. Αυτό το πολίτευμα δεν σχεδιάστηκε για μια χώρα χωρίς αξιωματική αντιπολίτευση και χωρίς ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Η λειτουργία του βασίστηκε στη διάκριση των εξουσιών και στην ύπαρξη δύο εναλλακτικών πυλώνων εξουσίας. Σήμερα δεν λειτουργεί. Έχει ακρωτηριαστεί. Είναι ένα ανάπηρο πολίτευμα.
Από το 2000 μέχρι σήμερα έγιναν τρεις συνταγματικές αναθεωρήσεις. Καμία δεν κατάφερε να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος. Γιατί το ζήτημα δεν είναι η αναδιατύπωση μερικών άρθρων. Είναι η ίδια η αρχιτεκτονική της εξουσίας. Η χώρα χρειάζεται μία νέα μεγάλη Αλλαγή. Ένα νέο όραμα για τη Δημοκρατία και τη λειτουργία του κράτους. Ένα νέο Σύνταγμα για τις ανάγκες και τις προοπτικές του 21ου αιώνα. Μία Νέα Μεταπολίτευση. Αυτά τα νέα δεδομένα αναλύονται στο νέο βιβλίο με τίτλο «Το Σύνταγμα της Νέας Μεταπολίτευσης», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση.
Η Ελλάδα εισέρχεται σε μία περίοδο όπου η απαίτηση για βαθύτερες αλλαγές θα γίνεται όλο και πιο ισχυρή. Η κρίση της μεσαίας τάξης, η αδυναμία των νέων να σχεδιάσουν το μέλλον τους σε αυτή τη χώρα, η αίσθηση ατιμωρησίας, η συγκέντρωση οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος και η αποδυνάμωση των θεσμών δημιουργούν μία γενικευμένη αίσθηση παρακμής. Κανένα παλιό κόμμα δεν έχει κάτι να προτείνει.
Η μαζική συγκέντρωση στο Σύνταγμα για το έγκλημα των Τεμπών ήταν μία στιγμή ιστορικής σημασίας. Όχι μόνο για τον όγκο της. Αλλά γιατί εξέφρασε κάτι βαθύτερο. Ένα εκατομμύριο πολίτες απαίτησαν Δικαιοσύνη και το σύστημα δεν τους άκουσε. Η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία έγινε αγεφύρωτη.
Οι εθνικές εκλογές του 2026
Η συγκυβέρνηση Μητσοτάκη και υπουργών του Σημίτη τελειώνει. Η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να θάψει την έρευνα για το σκάνδαλο των υποκλοπών, έβαλε ταφόπλακα στην πολιτική ηγεμονία της κυβέρνησης. Η ΝΔ έχει χάσει τη βιτρίνα των αρχών της και τον πυρήνα των υποστηρικτών της. Οι εκλογές που θα διεξαχθούν 2026 θα αποτελέσουν τομή στην πολιτική ιστορία της χώρας. Η κατάκτηση της αυτοδυναμίας είναι αδύνατη. Τα σημάδια πολιτικής και ηθικής φθοράς της κυβέρνησης είναι τόσο έντονα που είναι αδύνατο να επουλωθούν. Το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να γίνει ποτέ αξιωματική αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ δεν εκλέχθηκε ως αξιωματική αντιπολίτευση, δεν εκλαμβάνεται από τους πολίτες ως αξιωματική αντιπολίτευση και δεν έχει προοπτική διακυβέρνησης. Το πολιτικό κενό που έχει δημιουργηθεί είναι τεράστιο. Η Δημοκρατία, όμως, δεν έχει αδιέξοδα.
Νέα πρόσωπα, νέοι σχηματισμοί και νέες πολιτικές συμμαχίες θα επιχειρήσουν να εκφράσουν μία νέα εποχή. Τα νέα κόμματα του Αλέξη Τσίπρα, της Μαρίας Καρυστιανού και του Αντώνη Σαμαρά θα αναδιατάξουν το πολιτικό σκηνικό. Το αποτέλεσμα των πρώτων εκλογών θα τοποθετήσει σε διαφορετικές αφετηρίες τα κόμματα ενόψει της δεύτερης κάλπης. Η εικόνα που έχουμε σήμερα για την κυβέρνηση της επόμενης ημέρας δεν έχει καμία σχέση με την τελική επιλογή του Λαού. Μετά τις πρώτες εκλογές, τίποτα δεν θα μοιάζει με το σήμερα.
(Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και συγγραφέας- Το νέο βιβλίο του με τίτλο « Το Σύνταγμα της νέας Μεταπολίτευσης» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση)






























