Με τον πόλεμο να κυριαρχεί στις ειδήσεις ελάχιστα γράφτηκαν για τις επερχόμενες δημοτικές στη Γαλλία στις 15 και 22 Μαρτίου. Εντούτοις, οι εκλογές αυτές είναι σημαντικές γιατί λαμβάνουν χώρα ένα χρόνο και κάτι πριν τις κρίσιμες προεδρικές εκλογές του 2027, για τις οποίες οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένας στους τρεις Γάλλους είναι ήδη αποφασισμένος να ψηφίσει ακροδεξιά. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον επίσης αναμένεται να φανεί αν θα επιβεβαιωθεί η προβλεπόμενη διείσδυση της ακροδεξιάς στις μεσαίου μεγέθους πόλεις.
Παρά την αυξανόμενη αποχή και αποστασιοποίηση από την πολιτική, οι Γάλλοι δείχνουν να διατηρούν το ενδιαφέρον τους για το τοπικό επίπεδο: το 82% δηλώνει σε πρόσφατη έρευνα ότι ενδιαφέρεται για τις δημοτικές εκλογές και το 69% ότι έχει εμπιστοσύνη στις δημοτικές αρχές. Βέβαια, τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει εμφανιστεί ένα διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ του εθνικού και του τοπικού πεδίου στην Γαλλία, όπως αναφέρει σε πρόσφατο άρθρο του ο καθηγητής της Science Po, Πασκάλ Περινό. Στο εθνικό επίπεδο, οι πολιτικές δυνάμεις έχουν κατακερματιστεί και εν μέρει συνθλιβεί, λόγω της ανόδου της Ανυπότακτης Γαλλίας στην αριστερά και της Εθνικής Συσπείρωσης στην άκρα δεξιά, με τον Μακρονισμό να καταλαμβάνει το κέντρο. Όμως οι παραδοσιακές δυνάμεις δείχνουν να αντέχουν στο τοπικό επίπεδο: Το κεντροδεξιό LR (Les Républicains) και το Σοσιαλιστικό Κόμμα ελέγχουν το 48% των πόλεων άνω των 30.000 κατοίκων και το 94% περίπου των μεγάλων πόλεων. Αντίθετα, οι τρεις προαναφερόμενες δυνάμεις δεν κατάφεραν να αποκτήσουν ερείσματα σε τοπικό επίπεδο. Η γενικότερη όμως πολιτική κρίση και η μεγάλη ένταση μεταξύ κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς μπορεί να δώσει την ευκαιρία στην Λεπέν να διεισδύσει σε κάποιους μεγάλους δήμους όπως η Τουλόν.
Παρά τις ιδιαιτερότητες τους πάντως, οι δημοτικές εκλογές θα είναι σίγουρα ένα crash test.Με κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα, με βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης αλλά κυρίως νομιμοποίησης (δεδομένου ότι ο Πρόεδρος αρνήθηκε να δώσεις εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο Νέο Λαϊκό Μέτωπο που ήρθε πρώτο στις τελευταίες εκλογές) αλλά και τον πιο αντιδημοφιλή πρόεδρο στην 5η Γαλλική Δημοκρατία, η εικόνα είναι πολύ απαισιόδοξη. Ως όλοι να δουλεύουν για την Εθνική Συσπείρωση, νέο όνομα του Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν.
Το πιο αξιοσημείωτο και δραματικό ταυτόχρονα είναι ότι ο κανόνας που ως τώρα κράτησε το Εθνικό Μέτωπο/Εθνική Συσπείρωση μακριά από την εξουσία, η λεγόμενη «υγειονομική ζώνη» έχει πλέον καταρρεύσει. Κεντρική ιδέα ήταν ότι για να αποφευχθεί η άνοδος της ακροδεξιάς, κανένα κόμμα δεν δεχόταν να στηρίξει υποψηφίους της εθνικά ή τοπικά. Το πρώτο χτύπημα το δέχθηκε η αντίληψη αυτή από τον Πρόεδρο Μακρόν, ο οποίος μίλησε για διμέτωπο αγώνα, εξομοιώνοντας την Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν και την ακροδεξιά.
Εντωμεταξύ, το Εθνικό Μέτωπο δεν άλλαξε απλώς όνομα. Λείανε τις γωνίες του, μετρίασε την ακραία ρατσιστική ρητορική του, εμφανίστηκε ως κόμμα ευθύνης. Με λίγα λόγια «κανονικοποιήθηκε». Μετρήσεις δείχνουν ότι δεν εκλαμβάνεται πλέον από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ως απειλή. Αντίθετα, εκείνο που πλέον θεωρείται «αντισυστημικό», πάντα σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, είναι η Ανυπότακτη Γαλλία. Οπότε η χώρα βρίσκεται μπροστά στην καινοφανή κατάσταση στις δημοτικές εκλογές να εφαρμοστεί η υγειονομική ζώνη όχι για την ακροδεξιά αλλά για το κόμμα του Μελανσόν.
Ήδη σε αρκετούς δήμους βλέπουμε στελέχη της κεντροδεξιάς να συνάπτουν συμμαχίες με την Εθνική Συσπείρωση. Αντίθετα, πρόσφατες δηλώσεις του Μελανσόν έφεραν την σχέση του με το Σοσιαλιστικό Κόμμα στην πλήρη ρήξη αλλά και την αντίδραση σε κάθε συνεννόηση.
Αυτό αλλάζει ριζικά τα δεδομένα και τις αντιλήψεις πολλών δεκαετιών. Μια ακροδεξιά που δεν θεωρείται πλέον απειλή και μια αριστερά που πολλαπλασιάζει τα λάθη, τις αβλεψίες αλλά και πέφτει θύμα της προσωπικότητας του αρχηγού της , οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια το κόμμα της Λεπέν στο κατώφλι της εξουσίας.
Είναι δηλαδή η Ανυπότακτη Γαλλία εκ προοιμίου χαμένη; το στοίχημα του Μελανσόν είναι να κινητοποιήσει την ψήφο της αποχής στις λαϊκές γειτονιές και κυρίως εκείνους που προέρχονται από την μετανάστευση από τη Βόρεια Αφρική αλλά και την νεολαία των πανεπιστημίων και πτυχιούχων σε έναν νέο συνασπισμό στην υπηρεσία μιας «νέας Γαλλίας”. Είναι ενδιαφέρον ότι κατεβάζει λίστες σε όλες τις πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων όπου τα ποσοστά αποδοχής του είναι πιο υψηλά. Το ρίσκο είναι μεγάλο: σήμερα 71% των Γάλλων θεωρούν ότι το κόμμα είναι επικίνδυνο για τη Δημοκρατία. Στο Σοσιαλιστικό κόμμα το ποσοστό είναι 68%, στους οικολόγους 44% και στους κομμουνιστές 36% ενώ για τους συμπαθούντες όλων των άλλων κομμάτων, το ποσοστό φτάνει το 90%. Διατηρεί όμως την υψηλή αποδοχή του στη νεολαία και μεταξύ των Γάλλων μουσουλμάνων.
Ιδιαίτερα κρίσιμη μάχη θα δοθεί στους τρεις μητροπολιτικούς δήμους, Παρίσι, Μασσαλία και Λυών, όπου για πρώτη φορά οι πολίτες θα ψηφίσουν με δυο ψηφοδέλτια (τρία για τη Λυών): το πρώτο για το διαμέρισμα τους (ή τομέα, όπως ονομάζεται στη Μασσαλία), το δεύτερο για το δημοτικό συμβούλιο της πόλης (που εκείνο εκλέγει τον Δήμαρχο) και στην περίπτωση της Λυών, ένα τρίτο που εκλέγει το μητροπολιτικό συμβούλιο. Η δυνατότητα να ψηφίζουν για πρώτη φορά με διαφορετικά ψηφοδέλτια για το διαμερισματικό συμβούλιο και διαφορετικό για το δημοτικό ανοίγει στις τρεις μεγάλες πόλεις δυνατότητες σημαντικών διαφοροποιήσεων που ακόμη δεν έχουν εκτιμηθεί.
Αυτό που όλες οι μετρήσεις επιβεβαιώνουν πάντως είναι η σαφής δεξιά (ακροδεξιά;) στροφή των Γάλλων πολιτών. Αυτό, μαζί με την απενοχοποίηση της ψήφου στην Εθνική Συσπείρωση προαναγγέλλει ένα δυσοίωνο μέλλον για τη Γαλλική Δημοκρατία. Και ενδεχομένως για όλη την ΕΕ.
(Η Μαριλένα Κοππά είναι Καθηγήτρια Συγκριτικής Πολιτικής, Κοσμήτορας της Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού Πάντειο Πανεπιστήμιο)































