Στην Πρόπαν, το Καλαμάκι του ανατολικού Πηλίου, το όνομα του κυρ-Αντώνη, αναφερόταν απ’ τους κατοίκους με σεβασμό. Όχι όμως τον σεβασμό που γεννάει ο φόβος ή η απόσταση, αλλά αυτόν που πηγάζει από βαθιά εκτίμηση, αναγνώριση και φιλική εξοικείωση. Γι’ αυτόν τον σεβασμό δεν αρκεί το αξίωμα ή ο τίτλος, όσο σπουδαία κι αν είναι. Χρειάζεται κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Και κατακτιέται με τον χρόνο. Δεν έχει σχέση με πρόσκαιρους εντυπωσιασμούς.
Ο κυρ-Αντώνης αγάπησε το χωριό. Το ανακάλυψε πριν από πολλά χρόνια. Και σαγηνεύτηκε από τα ταπεινά πετρόχτιστα σπίτια του, τα καλντερίμια και την πλατεία του με τον μεγάλο πλάτανο. Την ηρεμία και τους αργούς του ρυθμούς. Το δάσος με τις καστανιές, τις καρυδιές, τα πλατάνια, τις κουμαριές και τα πουρνάρια, τις φτέρες, τα κυκλάμινα κα τα κρινάκια. Το ρέμα με το κρύο νερό και τον νυχτερινό ουρανό με τα εκατομμύρια άστρα. Τη θέα ψηλά απ’ το χωριό στην ανοιχτωσιά του Αιγαίου και στις σκιές των Σποράδων. Τη μικρή παραλία με τα μεγάλα βότσαλα και τη γαλαζοπράσινη θάλασσα, που σε αντάμειβε για τον κόπο σου να φτάσεις κατεβαίνοντας εκατό σκαλιά μέχρι εκεί. Την ηλιόστρατα τα χαράματα και τη φεγγαρόστρατα τα βράδια στα αιγαιοπελαγίτικα νερά. Τα χρώματα που άλλαζαν τα φύλλα, όταν φθινοπώριαζε, και από πράσινα γίνονταν χάλκινα, καφετιά, κίτρινα. Το χιόνι που έπεφτε το χειμώνα και άσπριζε τις γκρίζες πέτρινες στέγες των σπιτιών. Κι έτσι από τακτικός επισκέπτης, έγινε μόνιμος σχεδόν κάτοικος. Το σπίτι, που έχτισε στην Πρόπαν, έγινε το ησυχαστήριό του για τα καλοκαίρια, το Πάσχα, τα Χριστούγεννα κι όποτε άλλοτε του δινόταν ευκαιρία. Τόπος επαφής με τη φύση και περισυλλογής, αλλά και τόπος μελέτης και συγγραφής.
Ο κυρ-Αντώνης όμως δεν αγάπησε μόνο τα άψυχα. Εργάτης του πνεύματος αυτός, της σκληρής πνευματικής εργασίας, εκτίμησε βαθιά και αντιμετώπιζε με σεβασμό τους ανθρώπους του χωριού, τους άντρες και τις γυναίκες της σκληρής χειρωνακτικής δουλειάς στο λατομείο, στα κάστανα, στις ελιές, στα ξύλα, στα μαστορέματα, στους μικρούς μπαξέδες, στη λάτρα των σπιτιών.
Κι εκείνοι, απλοί και χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση άνθρωποι, αλλά με κριτήριο που δεν λαθεύει για το τι είναι γνήσιο και τι κίβδηλο, στο πρόσωπο του κυρ-Αντώνη, αυτού που είχε τη φήμη αυστηρού καθηγητή, είδαν έναν προσιτό και μειλίχιο, καθημερινό δικό τους άνθρωπο. Που διάλεξε το άσημο χωριό τους, αντί για κάποιο από τα ξακουστά πηλιορείτικα χωριά. Που τον συναντούσαν στη θάλασσα το καλοκαίρι τις πολύ πρωινές ώρες. Που πήγαινε στο καφενείο και καθόταν μαζί τους, νοιαζόταν για τα προβλήματά τους, συζητούσε για τις δουλειές τους, έλεγε τη γνώμη του, όταν χρειαζόταν. Με πόση λεπτότητα π.χ. συμβούλευε τον Αλέκο, που είχε αναλάβει την ταβέρνα του χωριού, για την ευαισθησία που όφειλε να δείξει στην κυρία Καίτη, τη μητέρα του, που λόγω της ηλικίας της έπρεπε σιγά-σιγά να αποσυρθεί από το μαγαζί. Πάντα με ευγένεια, χωρίς ποτέ όμως να κάνει εκπτώσεις στην άποψή του ή να κολακεύει τον συνομιλητή του. Με εκείνη την ιδιαίτερα καθαρή του άρθρωση, τις διαλεγμένες λέξεις και τα γαλάζια του μάτια να κοιτάνε βαθιά μέσα σου.
Και χωρίς ποτέ να απαξιώνει ή να βλέπει αφ’ υψηλού τις συνήθειες των χωριανών. Τα πανηγύρια τους ή τα γλέντια τους, ακόμη και αν και δεν ταίριαζαν με τη δική του αισθητική. Τις γιορτές και τις θρησκευτικές τελετές τους. Ήταν πολύ χαριτωμένο να βλέπεις αυτόν τον φανατικό υπέρμαχο του χωρισμού του κράτους από την εκκλησία και φλογερό υπερασπιστή της διατήρησης του κοσμικού χαρακτήρα του μνημείου της Ροτόντας, στον αυλόγυρο της εκκλησίας του χωριού τη Μεγάλη Παρασκευή ή την Ανάσταση με τη λαμπάδα στο χέρι.
Η απλότητα δεν σημαίνει βέβαια απλοϊκότητα. Γι’ αυτό και απολάμβανε, νιώθοντας βαθιά πνευματική ικανοποίηση, μια ουσιαστικά πολιτική συζήτηση -και όχι μια μικροκομματική κουτσομπολίστικη κουβέντα,- και μια σοβαρή ανταλλαγή απόψεων σε φιλοσοφικά, ηθικά ή επιστημονικά-νομικά θέματα, που στηριζόταν στη γνώση και τα ορθολογικά επιχειρήματα, ακόμα κι αν ήταν αντιπαραθετική. Όπως συνέβη ένα καλοκαιρινό βράδυ στον διάλογο με τον ΔΤ, με συχνές αναφορές στους κλασικούς του μαρξισμού και σε νεότερους μαρξιστές στοχαστές, στον ορεινό Λαύκο, όπου είχε τη γενναιοδωρία να προσφέρει δείπνο στην οικογένειά του και την ευαισθησία να δωρίσει στον μικρό Α ένα λούτρινο σκυλάκι (εδώ η συμβολή της συζύγου του, της κ. Κλύττας, ήταν καθοριστική), που από εκείνη τη βραδιά ονομάστηκε «Λαύκος»
Ο κυρ-Αντώνης δεν αγαπούσε μόνο το χωριό και τους ανθρώπους του. «Πονούσε» τον τόπο. Γι’ αυτό και μια προτροπή του κάποτε «Δεν μιλάμε πολύ για το Καλαμάκι», που τότε φάνηκε ακατανόητη, δεν ήταν μια έκφραση αριστοκρατικής αλαζονείας, για να μη μάθουν τάχα κι άλλοι τις κρυφές ομορφιές του χωριού, αλλά έκφραση ειλικρινούς ανησυχίας μη μετατραπεί και η Πρόπαν σε τουριστικό αξιοθέατο, απρόσωπο, χωρίς χαρακτήρα, όπως δεκάδες άλλα όμορφα μέρη της πατρίδας μας, που όμως δεν μπορείς να καταλάβεις, όταν κάνεις διακοπές, αν βρίσκεσαι στην Κρήτη ή στο Πήλιο, στο βουνό ή στη θάλασσα. Αυτή η βαθιά του έγνοια για τον τόπο γέννησε και το συγκλονιστικό άρθρο που έγραψε το 2007, με αφορμή τις τρομερές πυρκαγιές που κατέκαψαν τις καταπράσινες βουνοπλαγιές του ανατολικού Πηλίου και απείλησαν σπίτια της περιοχής, στηλιτεύοντας την αδιαφορία, την ανικανότητα και την αναποτελεσματικότητα του κράτους, αλλά και μη διστάζοντας να μιλήσει με παρρησία για την ανάγκη της συλλογικής αυτενέργειας και της επανιδιοποίησης από τις τοπικές κοινωνίες του ζωτικού τους χώρου. Άρθρο που κατέληγε στη συγκλονιστική κραυγή «Και το Πήλιο έχει ψυχή»!
Ο κυρ-Αντώνης, εκτός του χωριού, είχε τη φήμη μάλλον εγωιστή ανθρώπου. Ίσως αυτό οφειλόταν στη διανοητική του υπεροχή, ίσως στις ισχυρές του απόψεις. Στο Πήλιο πάντως ήταν άλλος άνθρωπος. Τον επηρέαζε η ταπεινότητα του χωριού, η ηρεμία του τόπου; Ποιος ξέρει… Τα τελευταία χρόνια είχαν χωρίσει οι δρόμοι με τους παλιούς του συντρόφους. Η μετέπειτα πολιτική του πορεία θύμωσε πολλούς του φίλους. Πιο πολύ τους πίκρανε. Οι πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, όμως, που συνήθως γεννούν οξύτατες αντιπαραθέσεις και κόβουν τις γέφυρες ανάμεσα σε παλιούς συναγωνιστές, δεν τον εμπόδισαν να κρατήσει ανθρώπινες και φιλικές σχέσεις με πρώην ομοϊδεάτες του. Μια βραδιά στο ταβερνάκι της πλατείας του χωριού κάθονταν σε διαφορετικά τραπέζια, ο καθένας με την παρέα του, ο κυρ-Αντώνης και η παλιά και αγαπημένη του μαθήτρια ΕΑ, με την οποία ακολουθούσαν πλέον εντελώς διαφορετικούς πολιτικούς δρόμους,. Ο κυρ-Αντώνης, ο δάσκαλος, σηκώθηκε, αγόρασε από τον πλανόδιο πωλητή χαλβά Φαρσάλων, αργά-αργά πέρασε ανάμεσα από τον κόσμο, πλησίασε, αγκάλιασε και φίλησε τη μαθήτριά του, χαιρέτισε θερμά τους υπόλοιπους και πρόσφερε τον χαλβά. Αυτή ήταν πράγματι μια πράξη ταπεινότητας.
Θα έγινε ίσως αντιληπτό από τα παραπάνω ότι ο κυρ-Αντώνης του Πηλίου ήταν ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος, ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Α.Π.Θ, ο επιδραστικός διανοούμενος, ο ενεργός και μαχητικός πολίτης Αντώνης Μανιτάκης, που «έφυγε» πριν από λίγες ημέρες.
(Ο Θέμης Αχτσιόγλου είναι δικηγόρος)































