Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να φέρει τα ίχνη μιας δεκαετούς κρίσης που αποδιάρθρωσε την παραγωγική της βάση και περιόρισε τη θεσμική της αυτονομία. Χαμηλή παραγωγικότητα, άνιση πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, οξύ στεγαστικό πρόβλημα και έντονες περιφερειακές ανισότητες, συνθέτουν, μια εικόνα εύθραυστης ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από γεωοικονομικές εντάσεις, εμπορικούς ανταγωνισμούς και αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές κεφαλαίου.
Στην Ευρώπη, οι εξελίξεις στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα επιταχύνονται. Η εμβάθυνση της Τραπεζικής Ένωσης και κυρίως η προώθηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union) αναδιαμορφώνουν το πλαίσιο χρηματοδότησης. Η ενίσχυση της διασυνοριακής ροής κεφαλαίων και η ολοκλήρωση της κοινής κεφαλαιαγοράς δημιουργούν, νέες ευκαιρίες, αλλά και νέες ανισορροπίες όπου οι ισχυρότερες οικονομίες προσελκύουν δυσανάλογο μερίδιο επενδυτικών πόρων, ενώ οι περιφερειακές χώρες κινδυνεύουν να μετατραπούν σε καθαρούς αποδέκτες κερδοσκοπικών ροών, χωρίς σταθερό αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απλή προσδοκία ότι «η αγορά θα αυτορρυθμιστεί», δεν συνιστά στρατηγική. Αντιθέτως, απαιτείται μια προοδευτική απάντηση που θα συνδυάζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη και τον παραγωγικό μετασχηματισμό. Κεντρικός άξονας αυτής της στρατηγικής είναι η συγκρότηση ενός ισχυρού Δημόσιου Τραπεζικού Πυλώνα, σε οργανική σύνδεση με τη δημόσια περιουσία και τον αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας.
Η ύπαρξη δημόσιων αναπτυξιακών τραπεζών δεν αποτελεί ιδεολογική ιδιαιτερότητα, αλλά δομικό χαρακτηριστικό ανθεκτικών ευρωπαϊκών οικονομιών. Η KfW στη Γερμανία και η Caisse des Dépôts στη Γαλλία, λειτούργησαν διαχρονικά ως σταθεροποιητικοί και αναπτυξιακοί μηχανισμοί, ιδίως σε περιόδους κρίσης. Κατά τη χρηματοπιστωτική αναταραχή και την πανδημία, οι δημόσιοι τραπεζικοί θεσμοί ενεργοποίησαν αντικυκλικά εργαλεία, διατηρώντας ζωντανή τη ροή πιστώσεων προς την πραγματική οικονομία.
Για την Ελλάδα, η ανάγκη είναι διπλή. Αφενός, η τραπεζική αγορά παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωμένη, με τραπεζικές πρακτικές που ευνοούν μεγάλες επιχειρήσεις και έργα χαμηλού ρίσκου, αφήνοντας τις ΜΜΕ και τις νεοφυείς επιχειρήσεις με περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια. Αφετέρου, η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω τιτλοποιήσεων και μεταβιβάσεων σε funds, απομάκρυνε σημαντικό μέρος της πιστωτικής λειτουργίας από κάθε κοινωνικό ή αναπτυξιακό κριτήριο.
Ένας Δημόσιος Τραπεζικός Πυλώνας οφείλει να λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ιδιωτικό σύστημα, όχι ανταγωνιστικά. Να κατευθύνει πόρους σε στρατηγικούς τομείς: πράσινη μετάβαση, ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, κοινωνική και προσιτή στέγη, αγροδιατροφικό τομέα, καινοτομία, περιφερειακές υποδομές. Κυρίως, να διασφαλίζει ότι, οι χρηματοδοτήσεις υπηρετούν τη μακροπρόθεσμη παραγωγική ανασυγκρότηση και όχι τη βραχυπρόθεσμη χρηματοοικονομική απόδοση.
Ο Μετασχηματισμός της Εθνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΑΤΕ) σε πλήρη Αναπτυξιακή Τράπεζα μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα αυτού του δημόσιου πυλώνα. Σήμερα λειτουργεί κυρίως ως διαχειριστικός και εγγυοδοτικός μηχανισμός, με περιορισμένη άμεση πιστοδοτική δυνατότητα. Η αναβάθμισή της σε πλήρη δημόσια αναπτυξιακή τράπεζα απαιτεί, επαρκή κεφαλαιακή ενίσχυση, δυνατότητα άμεσου δανεισμού και συνεπενδύσεων, στρατηγικό ρόλο στον σχεδιασμό χρηματοδοτικών εργαλείων, σαφή κοινωνικά, περιβαλλοντικά και περιφερειακά κριτήρια αξιολόγησης.
Η εμπειρία της διοχέτευσης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης ανέδειξε τα όρια ενός μοντέλου όπου οι συστημικές τράπεζες λειτουργούν ως σχεδόν αποκλειστικοί διαμεσολαβητές. Η συγκέντρωση της πιστωτικής ισχύος, ενισχύει τις ήδη ισχυρές επιχειρήσεις και δεν διασφαλίζει ούτε αναδιανομή ούτε ουσιαστική περιφερειακή σύγκλιση.
Σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου η Ένωση Κεφαλαιαγορών ενθαρρύνει τη μεγαλύτερη εξάρτηση από αγορές και επενδυτικά σχήματα, η ύπαρξη εθνικών δημόσιων τραπεζικών θεσμών λειτουργεί ως αντίβαρο. Προστατεύει την οικονομία από αιφνίδιες διακυμάνσεις ρευστότητας και από την υπερβολική έκθεση σε εξωτερικά κεφάλαια με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας τα προηγούμενα χρόνια υπαγορεύτηκε κυρίως από δημοσιονομικούς περιορισμούς. Η μεταφορά σημαντικών στοιχείων ενεργητικού στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ - Υπερταμείο) είχε ως βασικό στόχο τη διασφάλιση της αποπληρωμής του χρέους.
Σήμερα, η συζήτηση για τον μετασχηματισμό της ΕΕΣΥΠ σε κρατικό επενδυτικό ταμείο δημιουργεί ένα παράθυρο στρατηγικής επανατοποθέτησης. Η δημόσια περιουσία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παθητικό προς εκποίηση. Οφείλει να λειτουργεί ως ενεργό αναπτυξιακό κεφάλαιο και η Δημόσια Περιουσία ως αναπτυξιακό κεφάλαιο.
Μια προοδευτική πολιτική επιλογή συνίσταται στη σύνδεση των αποδόσεων της δημόσιας περιουσίας με την κεφαλαιακή ενίσχυση του Δημόσιου Τραπεζικού Πυλώνα. Μέρος των μερισμάτων, των αξιοποιήσεων και των αναπτυξιακών υπεραξιών μπορεί να κατευθύνεται στη χρηματοδότηση της αναπτυξιακής τράπεζας. Έτσι, δημιουργείται ένας ενάρετος κύκλος: η δημόσια περιουσία χρηματοδοτεί δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες με τη σειρά τους ενισχύουν την παραγωγική βάση και τα δημόσια έσοδα.
Παράλληλα, η αξιοποίηση ακινήτων και υποδομών πρέπει να εντάσσεται σε ολοκληρωμένες πολιτικές: κοινωνική κατοικία, φοιτητική στέγη, ενεργειακές κοινότητες, τοπικά επενδυτικά σχέδια. Η αποσπασματική ιδιωτικοποίηση χωρίς αναπτυξιακό αποτύπωμα, αναπαράγει βραχυπρόθεσμα οφέλη εις βάρος της μακροπρόθεσμης στρατηγικής.
Η εμπειρία της κρίσης έδειξε ότι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν διασφαλίζεται αποκλειστικά μέσω δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας. Απαιτεί κοινωνική σταθερότητα. Η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων με όρους μαζικών πλειστηριασμών και μεταβιβάσεων σε επενδυτικά κεφάλαια, υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και περιορίζει την εγχώρια κατανάλωση και επένδυση.
Ένας ισχυρός δημόσιος τραπεζικός πυλώνας μπορεί να συμβάλει σε κοινωνικά δίκαιες αναδιαρθρώσεις, στην προστασία της πρώτης κατοικίας των ευάλωτων νοικοκυριών και στην επανένταξη βιώσιμων επιχειρήσεων στην παραγωγική διαδικασία. Με αυτόν τον τρόπο, η σταθερότητα αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο, δηλώνοντας ότι, η σταθερότητα «δεν είναι μόνο λογιστική, αλλά αναπτυξιακή και κοινωνική». Η Κοινωνική συνοχή και η Χρηματοπιστωτική σταθερότητα μπορεί να συνδέονται και να αλληλοσυμπληρώνονται.
Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση βαθαίνει την οικονομική της ολοκλήρωση, οι εθνικές στρατηγικές δεν μπορούν να απουσιάζουν. Η κοινή κεφαλαιαγορά και οι νέοι τραπεζικοί κανόνες καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση θεσμών που θα διασφαλίζουν ότι η Ελλάδα δεν θα παραμείνει απλός αποδέκτης κεφαλαιακών ροών, αλλά θα διαμορφώνει ενεργητικά την αναπτυξιακή της πορεία.
Ο Δημόσιος Τραπεζικός Πυλώνας, σε σύνδεση με τη δημόσια περιουσία και ένα σύγχρονο κρατικό επενδυτικό ταμείο, συνιστά θεμέλιο ενός νέου προοδευτικού αναπτυξιακού μοντέλου. Ενός μοντέλου που συνδυάζει δημοκρατικό έλεγχο, παραγωγικό μετασχηματισμό, κοινωνική συνοχή και ευρωπαϊκή ενσωμάτωση με όρους ισοτιμίας. Συγκροτεί ένα νέο υπόδειγμα σε μια ενοποιημένη Ευρώπη ενώ δε σε μια εποχή αβεβαιότητας, το νέο αυτό μοντέλο, είναι πλέον και εθνική αναγκαιότητα.
(Η Κατερίνα Μπατζελή είναι πρ. Υπουργός, βουλευτής και ευρωβουλευτής)































