Όταν το 1985, στον δίσκο με τίτλο «Ζεστά ποτά», οι αδερφοί Κατσιμίχα συμπεριέλαβαν αυτό το τραγούδι, πολλοί τους ειρωνεύτηκαν για την «ξύλινη γλώσσα», τον «λαικισμό», τα «παλαιοκομμουνιστικά ιδεολογήματα». Μακάρι να είχαν δίκιο οι είρωνες, δυστυχώς δίκιο είχαν ο Χάρης κι ο Πάνος.
Πριν λίγες ημέρες πέντε εργαζόμενες γυναίκες κάηκαν ζωντανές την ώρα της βάρδιας τους, της νυχτερινής βάρδιάς τους, στο εργοστάσιο της βιομηχανίας Βιολάντα στα Τρίκαλα. Η είδηση προκάλεσε εύλογα έντονη συγκίνηση. Πέντε γυναίκες που δούλευαν νύχτα για να μπορέσουν να στηρίξουν υλικά την οικογένειά τους αλλά και να βρίσκονται κοντά στα παιδιά τους έπεσαν θύμα της ανελέητης λογικής του κέρδους.
Από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστή η ειδηση εκδηλώθηκε και μια – εμφανέστατα ενορχηστρωμένη – προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών της επιχείρησης αλλά και του κράτους, είτε θρηνώντας για την «ατυχία του υγιούς επιχειρηματία» είτε διαδίδοντας θεωρίες περί «ανθελλήνων» που «ανατίναξαν την «ελληνική βιομηχανία που αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει άλευρα από σκουλήκια». Πρωταγωνιστές σε αυτήν την επιχείρηση ήταν φυσικά τα Μ.Μ.Ε..
Άφθονος χρόνος βρέθηκε και άφθονο μελάνι χύθηκε ώστε να μάθουμε και την τελευταία λεπτομέρεια για τον «μικρό φούρνο της μαμάς» που έγινε «πρότυπη βιομηχανία μπισκότων», τόσο άφθονος που δεν περίσσεψαν ούτε λίγα λεπτά για την πληροφορία πως η επιχείρηση απαγόρευε έστω και την επίσκεψη των συνδικαλιστικών φορέων του κλάδου και της πόλης στους χώρους της. Η κατάφωρα παράνομη αυτή ενέργεια εννοείται πως είχε και τη συνδρομή της αστυνομίας.
Φυσικά δεν είδαμε ποτέ τα πρόσωπά του ιδιοκτήτη και των υπευθύνων της εταιρείας, δεν είδαμε ποτέ σκηνές από τη σύλληψή τους, δεν μάθαμε καμία «πιπεράτη» λεπτομέρεια της προσωπικής ζωής τους. Ορθότατα θα πει κάποιος, κάθε κατηγορούμενος έχει απαραβίαστα δικαιώματα, πάνω από όλα το τεκμήριο της αθωότητας. Απλώς προκαλεί αρχικά θυμηδία και στη συνέχεια οργή η σύγκριση για το πώς αντιμετωπίστηκαν και αντιμετωπίζονται άλλοι κατηγορούμενοι και κατηγορούμενες από τα αδηφάγα Μ.Μ.Ε. με την άδεια και την προτροπή της επίσημης πολιτείας. Στην περίπτωση των Τρικάλων οι «δαιμόνιοι ρεπόρτερς» έχασαν μάλλον τις αποκλειστικότητες.
Όλες οι πληροφορίες που έρχονται στο φως, έστω και με το σταγονόμετρο, σχετικά με το έγκλημα στα Τρίκαλα ραγίζουν ή και θρυμματίζουν την εικόνα που έσπευσε να παρουσιάσει ο υπουργός κ. Γεωργιάδης για την «πρότυπη», «σύγχρονη μονάδα» στην οποία «είχαν γίνει όλοι οι έλεγχοι». Το «επιχειρηματικό θαύμα» του κ. Άδωνι αποδείχθηκε παγίδα θανάτου με τρύπιους σωλήνες προπανίου, μια επιχείρηση που παρά τις υποδείξεις και τις διαμαρτυρίες δεν είχε λάβει κανένα μέτρο ασφαλείας.
Η Ελλάδα του 2026 κινείται ολοταχώς προς τα πίσω, 201 εργαζόμενοι και εργαζόμενες έχασαν τη ζωή τους στους χώρους εργασίας μόνο τον τελευταίο χρόνο. Αλήθεια πόσο απέχουμε από την αυγή της βιομηχανικής εποχής στην Ελλάδα, όταν οι συνθήκες εργασίας των γυναικών παρέπεμπαν στον μεσαίωνα; Ας γυρίσουμε περίπου 150 χρόνια πίσω κι ας κάνουμε τις συγκρίσεις.
Οι «φαμπρικούδες» του Πειραιά
«Μην πεις κακό για φαμπρικού γιατί ’ναι αμαρτία
γιατί την τρώει ο πάγκος της και η ορθοστασία…»
Το παραπάνω δίστιχο, το οποίο τραγουδούσαν οι μάγκες στα στενά του Πειραιά στα τέλη του 19ου αιώνα, αντανακλά τα πρώτα σκιρτήματα συνειδητοποίησης των άθλιων συνθηκών εργασίας των εργατών και ιδιαίτερα των εργατριών. Οι περισσότερες δούλευαν στη ναυαρχίδα των κλωστοϋφαντουργείων, και γενικά της βιομηχανίας του Πειραιά, στα εργοστάσια των αδερφών Ρετσίνα.
Το 1871 οι αδερφοί Θεόδωρος, Αλέξανδρος και Δημήτριος Ρετσίνας ίδρυσαν το πρώτο τους εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας στον Πειραιά με την επωνυμία «Αδελφοί Ρετσίνα». Στις αρχές της δεκαετίας του 1890, η επιχείρηση Ρετσίνα διέθετε πέντε εργοστάσια στον Πειραιά, με 2.000 εργάτριες. Στην εφημερίδα Το Βήμα διαβάζουμε:
«Με την ανατολή του 20ού αιώνα η επιχείρηση Ρετσίνα είναι η μεγαλύτερη κλωστοϋφαντουργία της χώρας και χιλιάδες εργατών και εργατριών από όλες τις συνοικίες του Πειραιά εργάζονται στα εργοστάσιά της. Η οικογενειακή επιχείρηση που έχει αναπτυχθεί σε υφαντουργία βαμβακερών υφασμάτων, γνωστών με το όνομα «ρετσίνες» γίνεται η σημαντικότερη των Βαλκανίων. Πριν από την ίδρυση της κλωστοϋφαντουργίας των Αδελφών Ρετσίνα, τα υφάσματα ήταν πανάκριβα, καθώς εισάγονταν από την Ευρώπη. Η οικογένεια Ρετσίνα την εποχή αυτή κυριαρχεί στην οικονομική και πολιτική ζωή του Πειραιά. Ο Θεόδωρος Ρετσίνας εκλέγεται Δήμαρχος της πόλης και στη συνέχεια βουλευτής με το κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη.
Οι εργάτριες της εποχής ξεκινούν να δουλεύουν στα 10 με 12 τους χρόνια, εργάζονται 12 με 14 ώρες την ημέρα και πληρώνονται με το μισό ή και ακόμα πιο κάτω από το μεροκάματο που λαμβάνουν οι άνδρες. Το εργοστάσιο Ρετσίνα έμελλε να γίνει και πρώτος υποδοχέας γυναικών εργαζομένων και πεδίο της πρώτης απεργίας εργατριών στην Ελλάδα.»
Τον Μάιο του 1894, η εφημερίδα Ακρόπολις δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα άρθρο με τον τίτλο «Ο εργατικός κόσμος εν Ελλάδι – Οι φαμπρικούδες»:
« Αληθής εικών εργατρίας είναι της δυστυχούς εκείνης νεανίδος που διαβαίνει εκεί πτωχικά ενδεδυμένη, πολλάκις δε ρακένδυτος και με μπαλώματα, που αν έχει υποδήματα θα είναι καταφαγωμένα από τους δρόμους τους μακρυνούς, αλλά συνήθως δεν έχει και σούρνεται με τας εμβάδας της αναιμικής […] πάντοτε θα τα ιδήτε να καμπουριάζουν επωδύνως, με το κιτρινόλευκον χρώμα της αναιμίας, με το βαθυκίτρινον της χρόνιας ασθένειας, χλωρώσεων,νευρασθενικάς, υστερικάς, φυματιώσας. Νευρασθένειαι δε, φυματιώσεις και υστερισμοί κατά τας παρατηρήσεις των εν Πειραιεί ιατρών υπερπλεονάζουν δυσαλόγως προς τον αριθμόν των εργατίδων. Και όλα αυτά κατά την ομόφωνον γνώμην των ιδίων εκ της ελεεινής διαίτης, την οποίαν κάμνουν οι εργάτιδές μας.»
Μην ξεγελαστείτε, όμως, και νομίσετε πως η Ακρόπολις, συγκλονισμένη από την εικόνα των εργατριών, κήρυξε την έναρξη της… πάλης των τάξεων. Έμπλεη συγκίνησης περιέγραφε τον σπαραγμό (…) του βιομήχανου και δήμαρχου Θεόδωρου Ρετσίνα για το δράμα που ζούσαν οι εργάτριές του:
«Είνε χαρακτηριστικώτατον κάτι που μας αφηγήθησαν, ότι ο Δήμαρχος Πειραιώς κ. Θ. Ρετσίνας και μεγαλοεργοστασιάρχης περιέλθων τα Χριστούγεννα τας οικογενείας των εργατών έφριξε, λέγει, διά την ένδειαν και τας κρατούσας συνθήκας της διαίτης! Και ενώ τοιαύται υπήρξαν αι εντυπώσεις του κ. Ρετσίνα και συγκινηθείς διένειμε 4.000 δραχμαί εις τα ενδεή ταύτα πλήθη, χριστιανικώτατα φερόμενος [….] Διότι η καλή θέλησις δεν λείπει από τον κ. Ρετσίναν και απόδειξις τα μεγάλα αυτού και του αδελφού του εργοστάσια, τα αχανή ταύτα ιδρύματα, πρότυπα ευρωπαϊκών εργοστασίων με τα τελειότερα μηχανήματα, την μεθοδικοτέραν κατάταξιν και τας χιλιάδας των εργατών και εργατίδων…»
Για να καταλάβουμε πόσο… ειλικρινής ήταν η φρίκη που ένιωσε ο Θεόδωρος Ρετσίνας, ας γυρίσουμε δύο χρόνια πίσω, στο 1892. Διαβάζουμε στην εφημερίδα Ελευθερία:
«Περί τας 60 εκ των εργαζομένων γυναικών εις το εν Πειραιεί Νηματουργείον των αδελφών Ρετσίνα, ενήργησαν απεργίαν ως εγένετο αυταίς γνωστόν, ότι ηλαττώθη το ημερομίσθιόν των. Αι απεργήσασαι ανηνέχθησαν εις τη διεύθυνσιν του καταστήματος, ζητούσαι την διόρθωσιν του αδίκου τούτου μέτρου. Εν εποχή, καθ’ ην πάντα τα τρόφιμα και λοιπά είδη της απολύτου ανάγκης έχουσιν υπερτιμηθή, φρονούμεν, ότι έδει να αυξηθή το ημερομίσθιον των πτωχών εργατίδων, αίτινες δι’ όλης της ημέρας εργαζόμεναι, μόλις πορίζονται τον επιούσιον άρτον, πλουτίζοντες ολονέν διά του ιδρώτος αυτών τα βαλάντια των εργοστασιαρχών.»
Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες αναφορές που συναντούμε στον Τύπο της εποχής για την πρώτη απεργία γυναικών που έγινε στην Ελλάδα, στις 13 Απριλίου 1892, από τις υφάντρες στο εργοστάσιο των αδερφών Ρετσίνα στον Πειραιά. Εκείνη τη χρονιά οι εργοδότες αποφάσισαν να μειώσουν την αμοιβή των εργατριών από 80 σε 65 λεπτά το τόπι υφάσματος. Έτσι, το πρωί πενήντα με εξήντα εργάτριες, όταν τους ανακοινώθηκε από τον προϊστάμενο ότι «κατ’ ανωτέραν διαταγήν» θα μειωθεί το μεροκάματό τους, αρνήθηκαν να πιάσουν δουλειά. Όλες μαζί συγκεντρώθηκαν στη Γούβα του Βάβουλα, στη σημερινή είσοδο του Πειραιά από την οδό 34ου Συντάγματος, και ζήτησαν να δουλέψουν με κανονικό μεροκάματο.
Όπως γράφει η Ιρις Αυδή – Καλκάνη με το βιβλίο της «Εκείνο το πρωί»:
«Τα λίγα στοιχεία που γνωρίζουμε για την απεργία έφτασαν σ’ εμάς μόνο μέσα από τον Τύπο της εποχής. (“Εφημερίς” του Κορομηλά). Και εκεί όμως η σημαντική αυτή γυναικεία εργατική κινητοποίηση αναφέρεται αδιάφορα και υποτονικά, στα πλαίσια της προσπάθειας αγνόησης κάθε θέματος που αφορά την εργατική τάξη και μείωσης της σημασίας του, αλλά και τις γυναίκες της τάξης αυτής ειδικότερα… με δυο τρεις λέξεις, χωρίς κανένα σχόλιο, περισσότερο σαν παράξενο γεγονός που θα κινήσει το ενδιαφέρον του κοινού παρά σαν σημαντική εργατική εκδήλωση με ιδιαίτερη σημασία. Αντίθετα, η απεργία όχι μόνον αναφέρεται από την “Εφημερίδα των Κυριών”, το φεμινιστικό περιοδικό που εκδίδει από το 1887 η Καλλιρρόη Παρρέν, αλλά η συντάκτρια της είδησης, προφανώς η ίδια η εκδότρια που έχει και την ευθύνη για κάθε άρθρο που δεν υπογράφεται, υπερασπίζεται τις απεργούς».
Δεν υπάρχουν ασφαλείς πληροφορίες για την έκβαση της –από κάθε άποψη– ιστορικής απεργίας, αν κρίνουμε πάντως από όσα περιγράφει η Ακρόπολις το 1894 η κατάσταση παρέμενε τραγική.
«Μια οικογένεια είμαστε, τί χρειάζεται το σωματείο;»
Ας γυρίσουμε όμως στην τραγωδία των Τρικάλων. Ένα στοιχείο που υποβαθμίζεται ή και απουσιάζει από τις αναφορές των ΜΜΕ είναι η κατηγορηματική άρνηση της επιχείρησης να επιτρέψει κάθε συνδικαλιστική δραστηριότητα στο εργοστάσιο. Η επιχείρηση, όπως φαίνεται από τις μαρτυρίες, δεχόταν συζήτηση για άλλα ζητήματα αλλά προς Θεού... όχι σωματείο!
Δεν πρωτοτυπεί, είναι μια πάγια πρακτική, μια διαχρονική επιλογή, ας γυρίσουμε πάλι στο Πειραιά για να θυμηθούμε μια μικρή ιστορία:
Στις αρχές του 20ού αιώνα έχουμε την ίδρυση αρκετών εργατικών σωματείων όπως του συνδέσμου μηχανικών ατμόπλοιων, μετέπειτα ΠΕΜΕΝ, το 1901. Θα ακολουθήσει η πρώτη μεγάλη απεργία των ναυτοθερμαστών, τον Μάρτιο του 1910, με αιτήματα περισσότερη τροφή στα πληρώματα των πλοίων και καθορισμό των ωρών εργασίας. Τροφή και ωράριο ζητούσαν, είμαστε στον 20ο αιώνα!
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως οι εφοπλιστές δέχθηκαν αρχικά τα αιτήματα, με τον όρο όμως να διαλυθεί το σωματείο των ναυτοθερμαστών. Οι εργάτες αρνήθηκαν και η κυβέρνηση Σ. Δραγούμη έστειλε στα καράβια ναύτες του Πολεμικού Ναυτικού που κατέλαβαν τα πλοία. Οι ναυτεργάτες οργάνωσαν συλλαλητήριο στην Αθήνα με συμμετοχή χιλιάδων εργατών και συμπαραστατών τους και έφτασαν ως το σπίτι του Δραγούμη. Τελικά, μετά από 26 ημέρες απεργίας οι ναυτεργάτες του Πειραιά νίκησαν· μία από τις πρώτες νίκες του εργατικού κινήματος.
115 χρόνια αργότερα, μαζί με όλα τα άλλα αναπάντητα ερωτηματικά λοιπόν πρέπει να απαντηθεί και αυτό: πώς αντεδρασε η επίσημη πολιτεία στις καταγγελίες πως η επιχείρηση παρεμόδισε και την ίδρυση σωματείου των εργαζομένων αλλά και το – καθόλα νόμιμο – δικαίωμα των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων να έχουν παρέμβαση στον χώρο; Φυσικά όλοι ξέρουμε την απάντηση, ίσως το πιο σωστό ερώτημα είναι: Σε ποιον αιώνα ζούμε ή πιο σωστά προς ποιον αιώνα κινείται η κοινωνία μας;
Μα... «έδινε ψωμί»
Όσα αποκαλύπτονται για την τραγωδία στα Τρίκαλα υποχρεώνουν σε αναδίπλωση τους θαυμαστές του «αυτοδημιούργητου» επιχειρηματία. Επιλέγονται άλλες γραμμές άμυνας, όπως η ταύτιση με το τραγικό δυστύχημα στη Ρουμανία, με θύματα 7 οπαδούς του ΠΑΟΚ, μια ταύτιση που επιδιώκει συνειρμικά να θεωρηθούν και οι δύο περιπτώσεις «κακές στιγμές».
Υπάρχει και η γραμμή που διακινούν οι γνωστοί λογαριασμοί «Αλήθειας» στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης για τον «συνδικαλισμό που εμποδίζει τις επενδύσεις» και συκοφαντεί τους επιχειρηματίες που «δίνουν ψωμί στους εργάτες τους». Διαβάζοντάς τα πάλι νοιώθουμε τον χρόνο να γυρίζει πίσω, ας πούμε στο 1912:
«ο φιλόπολις Δήμαρχος, ο θαυμαστού παραδείγματος, εργατικότητας και αυτοδημιουργίας, ο διά της φιλοπονίας και προοδευτικότητός του κατορθώσας να γίνῃ ο πρώτος των εν τῃ Ανατολῄ εργοστασιαρχών, τηρών μέχρι σήμερον πέντε εργοστάσια δίδοντα άρτον εις χιλιάδας ψυχών, αποσυρθείς της πολιτικής κονίστρας διαμένει ήδη εν Αθήναις ως σύμβουλος της Εθνικής Τραπέζης και άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων.»
Είδαμε τί είδους «ψωμί» έδινε ο «θαυμαστού παραδείγματος» εργοστασιάρχης. Στην “Εφημερίδα των Κυριών υπάρχουν συγκλονιστικές περιγραφές:
«Τύλιξε γρήγορα τα μαλλιά της πλεξίδα γύρω από το κεφάλι, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της από το πήλινο κανάτι κι έπιασε μάνι-μάνι να κάνει τις δουλειές. Ό,τι προλάβει, όπως πάντα και πιο βιαστικά ακόμα. Από τότε που δούλευε στο εργοστάσιο, ούτε στην αυλή δεν προλάβαινε να καθίσει, ούτε μια κουβέντα ν’ αλλάξει με τις γειτόνισσές της. Έφευγε νύχτα ακόμα. Να ΄ναι μπροστά στην πόρτα του Ρετσίνα πριν χαράξει. Να πιάσει έγκαιρα δουλειά. Τα λεφτά που έπαιρνε ήταν λίγα, 80 λεπτά για κάθε τόπι πανί που ύφαινε κι αυτά τις πιο πολλές φορές λειψά, αφού όλο και κάποια δικαιολογία εύρισκε ο επιστάτης να της κρατήσει για πρόστιμο τα Σαββατόβραδα που πληρωνότανε το βδομαδιάτικο».
Η μία επιλογή που έχει η κοινωνία μας είναι να αποδεχθούμε πως επιστρέφουμε ολοταχώς στα τέλη του 19ου αιώνα, στην εποχή που η καθημερινή πίκρα αποτυπωνόταν σε τραγούδια:
«Του Μπολονάκη η φάμπρικα σφυρίζει. Ξημερώνει.
Βόηθα, Χριστέ, την ορφανή στον αργαλειό που λιώνει.»
Η άλλη επιλογή είναι να μην εναποθέσουμε όλες τις ελπίδες μας στον Θεό αλλά να απαιτήσουμε όλα όσα θεωρούσαμε αυτονόητα. Το πρώτο, να γυρίζουν ζωντανοί και αρτιμελείς στα σπίτια τους οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες. Το δεύτερο, η αμοιβή που κερδίζουν με τη δουλειά τους (κι όχι το «ψωμί που τους δίνουν) να τους επιτρέπει να ζουν με αξιοπρέπεια. Και το τρίτο, να έχουν τη δύναμη να τα υπερασπίζονται αυτά, να έχουν το σωματείο τους.
Αυτά τα «λίγα». Σήμερα, τώρα. Όχι ως επαγγελίες για κάποιο αύριο. Όπως έλεγε και το τραγούδι με το οποίο ξεκινήσαμε:
«Για ένα κομμάτι ψωμί,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.
Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά».
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας)































