Απόφαση βόμβα που ανατρέπει τα εργασιακά δικαιώματα των νυχτοφυλάκων φέρνει στο φως της δημοσιότητας ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος και σας παρουσιάζει το Dnews.
Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αναδεικνύει ότι το κρίσιμο στοιχείο για τα δικαιώματα των νυχτοφυλάκων δεν είναι η ειδικότητά τους, αλλά ο βαθμός πραγματικής απασχόλησης: όταν η εργασία συνιστά απλή ετοιμότητα και όχι συνεχή εγρήγορση, δεν θεμελιώνονται αξιώσεις για προσαυξήσεις νυχτερινής, υπερωριακής ή κυριακάτικης εργασίας ούτε εφαρμόζονται τα ελάχιστα όρια αμοιβής, επιβεβαιώνοντας ότι η διάκριση μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας ετοιμότητας έχει καθοριστικές συνέπειες για την αμοιβή και την έκταση της εργασιακής προστασίας.
Η υπ’ αριθμ. 2541/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επανακαθορίζει τα όρια μεταξύ πραγματικής εργασίας και ετοιμότητας προς εργασία.
Το δικαστήριο έκρινε ότι νυχτοφύλακας εργοταξίου, ο οποίος δεν παρείχε συνεχή και ενεργή εργασία αλλά τελούσε σε κατάσταση «απλής ετοιμότητας», δεν δικαιούται προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωρία ούτε για απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες. Παράλληλα, έκρινε ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί ελάχιστων ορίων αμοιβής.
Καθοριστικό στοιχείο για την κρίση του δικαστηρίου αποτέλεσε η φύση των καθηκόντων του εργαζομένου. Όπως διαπιστώθηκε, ο νυχτοφύλακας παρέμενε σε γραφείο εντός του εργοταξίου, με βασική υποχρέωση τον έλεγχο της εισόδου και την ειδοποίηση των αρχών σε περίπτωση παραβατικής δραστηριότητας. Την ίδια στιγμή, δεν υποχρεούτο σε συνεχή επιτήρηση του χώρου, ενώ είχε τη δυνατότητα να αναπαύεται ή να ασχολείται με άλλες δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της βάρδιάς του. Η ύπαρξη συστήματος συναγερμού και σκύλων φύλαξης ενίσχυσε την εκτίμηση ότι δεν απαιτούνταν διαρκής εγρήγορση.
Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο έκρινε ότι ο εργαζόμενος δεν τελούσε σε κατάσταση πλήρους επαγρύπνησης, αλλά σε καθεστώς «ετοιμότητας κλήσης», δηλαδή μη γνήσιας ή απλής ετοιμότητας.
Η απόφαση αναλύει διεξοδικά τη διάκριση μεταξύ γνήσιας και απλής ετοιμότητας, η οποία έχει καθοριστικές συνέπειες για τα εργασιακά δικαιώματα. Στη γνήσια ετοιμότητα, ο εργαζόμενος βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση, με ουσιαστική δέσμευση των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων και χωρίς δυνατότητα πραγματικής ανάπαυσης. Στην περίπτωση αυτή, η ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική εργασία και εφαρμόζονται πλήρως οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, τόσο ως προς την αμοιβή και τις προσαυξήσεις όσο και ως προς τα χρονικά όρια εργασίας και την προστασία της υγείας και ασφάλειας.
Αντιθέτως, στην απλή ή μη γνήσια ετοιμότητα, ο εργαζόμενος περιορίζει μεν την ελευθερία κινήσεών του, χωρίς όμως να υποχρεούται σε συνεχή εγρήγορση. Μπορεί να παραμένει στον χώρο εργασίας ή ακόμη και στην οικία του, αναμένοντας απλώς ενδεχόμενη κλήση. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται τα κατώτατα όρια αμοιβής ούτε οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις, ενώ ο μισθός καθορίζεται με συμφωνία των μερών, ανάλογα με τον βαθμό δέσμευσης του εργαζομένου.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Καρούζο, που χειρίστηκε την υπόθεση, το κρίσιμο στοιχείο είναι ο βαθμός δέσμευσης του εργαζομένου. «Δεν αρκεί να είναι κάποιος στον χώρο. Σημασία έχει αν δεσμεύει πραγματικά τον χρόνο και τις δυνάμεις του. Από αυτό εξαρτώνται τα χρήματα και τα δικαιώματά του», σημειώνει.
Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η ίδια δουλειά μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά, ανάλογα με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτελείται.
Η απόφαση μπορεί να επηρεάσει και άλλους εργαζόμενους που βρίσκονται σε καθεστώς επιφυλακής, όπως προσωπικό φύλαξης, τεχνικούς, εργαζόμενους σε υπηρεσίες ασφαλείας ή άλλες δουλειές με βάρδιες όπου δεν υπάρχει συνεχής απασχόληση.
Την ίδια στιγμή, νομικοί επισημαίνουν ότι κάθε περίπτωση εξετάζεται ξεχωριστά. Δηλαδή, δεν σημαίνει ότι όλοι οι εργαζόμενοι σε νυχτερινές βάρδιες χάνουν τις προσαυξήσεις. Το τι ισχύει εξαρτάται από το αν υπάρχει πραγματική εργασία ή απλή αναμονή.

































