Η Αθήνα βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, ίσως την πολιτικά δυσκολότερη (μετά τη Δανία) καθώς η ΕΕ «συγκρούεται» με τις ΗΠΑ σε πολλαπλά επίπεδα (Γροιλανδία, Ουκρανία, οικονομία, κ.α.). Αν και η τελευταία αναδίπλωση του προέδρου Τράμπ στο Νταβός με την απόσυρση των απειλών για χρήση στρατιωτικής βίας για κατάληψη της Γροιλανδίας και επιβολής νέων, τιμωρητικών δασμών χαλαρώνει την άμεση ένταση. Η Ευρώπη κατά κάποιο σχηματικό τρόπο κέρδισε. Ο Ντόναλαντ Τράμπ ηττήθηκε. Ταυτόχρονα όμως κατέρρευσε και η διατλαντική σχέση εμπιστοσύνης. Παρά ταύτα, η Ελλάδα βρίσκεται στη δύσκολη θέση καθώς πρέπει να εξισορροπήσει το ρόλο της ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την προνομιακή στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ. Πρόκειται για διλημματική κατάσταση που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν εγκαίρως είχαμε εφαρμόσει ενοραματική μακροστρατηγική εξωτερικής πολιτικής που θα ελαχιστοποιούσε την ασυμμετρική έκθεση/εξάρτηση της χώρας σε πιέσεις (ή και εκβιασμούς;) από πλευράς προέδρου Ντ. Τραμπ/ΗΠΑ. Σήμερα έχουμε όμως φθάσει στο σημείο να υποστηρίζεται ότι η Ελλάδα «δεν έχει άλλη επιλογή από το να προσπαθεί να βρίσκεται στην πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ. Όχι των ΗΠΑ, όχι της αμερικανικής κυβέρνησης, αλλά του Τραμπ». Αλλά πόσο μπορεί ( ή πρέπει) «να βρίσκεται στο πλευρά του Τραμπ» όταν μεταξύ άλλων ο τελευταίος εισβάλει στρατιωτικά σε κυρίαρχη χώρα η σχεδιάζει να καταλάβει έδαφος της Ευρώπης (ΕΕ, ΝΑΤΟ – Γροιλανδία) καταλύοντας διεθνές δίκαιο και κανόνες κυριαρχίας; Και όταν πιέζει για συμμετοχή σε ένα σώμα, Συμβούλιο Ειρήνης, που ουσιαστικά στοχεύει στην κατάλυση του ΟΗΕ και στο οποίο θα συμμετέχουν επίσης ως μέλη οι πρόεδροι Πούτιν (Ρωσίας) και Λουκασένκο (Λευκορωσίας) μαζί με τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας (Β. Όρμπαν); Η Ευρώπη αντέδρασε στις Τραμπικές αυτές φαιδρότητες με ασυνήθιστη αποφασιστικότητα και ανάγκασε για πρώτη φορά τον Αμερικανό πρόεδρο σε άτακτη υποχώρηση.
Είναι βεβαίως γεγονός ότι η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να φθάσει σε ρήξη με τις ΗΠΑ/Τραμπ λόγω του κρίσιμου ρόλου που διαδραματίζουν στην περιοχή (κυρίως λόγω Ελληνοτουρκικών) και λόγω του υψηλού βαθμού έκθεσης (εξάρτησης) που έχει στην αμερικανική επιρροή και πιέσεις ( στρατηγική σχέση, συμφωνίες φυσικού αερίου, κλπ). Αλλά η έκθεση αυτή θα είχε περιορισθεί εάν είχαμε από το παρελθόν με μια ορθολογική μακροστρατηγική εξωτερική πολιτική στοχεύαμε: α) στη διευθέτηση της Ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης με την επίλυση των προβλημάτων που θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί και β) την βαθύτερη Ευρωπαϊκή ενσωμάτωση της Τουρκίας είτε μέσω αναβαθμισμένης συνδεσιακής σχέσης είτε με ειδικό ενταξιακό καθεστώς. Μια τέτοια σχέση/καθεστώς θα την έθετε σ’ ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο κανόνων (και όχι σε μάλλον αμφιλεγόμενες συμμαχίες-Σ. Αραβία, Πακιστάν) που θα διευκόλυναν πρώτα απ’ όλα την επίλυση της Ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης (και Κυπριακού) ενώ θα επέτρεπαν ένα ισχυρότερο ευρωπαϊκό σταθεροποιητικό ρόλο στην περιοχή..
Όλα αυτά δεν έγιναν. Όθεν και οι σημερινές δυσκολίες. Αν και όπως ήταν αναπόφευκτο στο δίλημμα Ευρώπη ή ΗΠΑ η Ελλάδα επέλεξε Ευρώπη πιστοποιώντας ότι η στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ/Τράμπ έχει συγκεκριμένα όρια που τίθενται από το ρόλο της χώρας ως μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης και το διεθνές δίκαιο. Αλλά όσο βαθαίνει το χάσμα ΕΕ-ΗΠΑ τόσο η άσκηση εξισορρόπησης θα δυσκολεύει...
(Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του ΕΛΙΑΜΕΠ. Από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο με τίτλο «Πέρα από τα Στερεότυπα. Νέα Προοδευτική Εξωτερική και Ευρωπαϊκή Πολιτική»- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα»)






























