Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφασή του 1918/2025 έκρινε ότι ένας κανόνας του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου επιβάλλεται, ή πάντως μπορεί, να αγνοήσει ρητή αντίθετη συνταγματική διάταξη και να οδηγήσει στην εν τοις πράγμασι κατάργησή της χωρίς αυτή να έχει αναθεωρηθεί. Όπως είναι πασίγνωστο, η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι το ενωσιακό δίκαιο επιβάλλει, ή τουλάχιστον επιτρέπει την λειτουργία στην Ελλάδα ιδιωτικών πανεπιστημίων, παρά το ότι αυτό κατά ρητή διάταξη του άρθρου 16 του Συντάγματος αυτό «απαγορεύεται.» Η απόφαση αυτή, εσφαλμένη κατά πολλούς, δημιουργικότατη κατά άλλους, άνοιξε ασκούς του Αιόλου -και πάντως οδήγησε την κοινότητα των νομικών, ακαδημαϊκών και δικαστών, σε ακραίες καταστάσεις όσον αφορά αν όχι την ακεραιότητα, ασφαλώς την αξιοπιστία τόσο του ακαδημαϊκού νομικού τους λόγου όσο και της δικανικής τους κρίσης.
Δεν σχολιάζουμε εδώ την απόφαση αυτή. Σκοπός του άρθρου είναι να ληφθεί, από κάθε αρμόδια αρχή, ελληνική ή ενωσιακή, σοβαρά υπόψη ότι η νομολογιακή αυτή στροφή, και μάλιστα προερχόμενη από το υψηλότατου κύρους οιονεί Συνταγματικό Δικαστήριο που είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας, δημιουργεί νομικά δεδομένα που δεν μπορεί να αγνοηθούν από τους λειτουργούς της δικαιοσύνης, και μάλιστα κατ’ εξοχήν από τους δικαστές, Έλληνες ή ενωσιακούς. Αν όχι ζήτημα τιμής, είναι πάντως ζήτημα αξιοπιστίας τους. Σήμερα το ζήτημα αυτό δεν τίθεται γενικά και αφηρημένα, αλλά εξαιρετικά συγκεκριμένα, ενόψει της διερεύνησης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενδεχομένων ποινικών ευθυνών μελών της ελληνικής κυβέρνησης για το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών την μοιραία νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023 και για την χωρίς τέλος συρροή απιστιών και κλοπών ευρωπαϊκού χρήματος μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ. Και πιο συγκεκριμένα: συνεχίζει να εμποδίζει το άρθρο 86 του Συντάγματος, το οποίο αναθέτει αποκλειστικά στη βουλή την προανάκριση, ανάκριση και άσκηση δίωξης Υπουργών για αναγόμενα στο ενωσιακό δίκαιο εγκλήματα που τους αποδίδεται ότι διέπραξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους;
Εξακολουθεί να εμποδίζει το άρθρο 86 την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία;
Είναι γνωστό από την δημοσιότητα που έλαβε το θέμα ότι οι συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών προσέφυγαν και στην Ευρωπαία Εισαγγελέα για την αναζήτηση ποινικών ευθυνών για τον θάνατο των αγαπημένων τους. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με την από 2 Ιουνίου 2023 υπ’ αριθμ. πρωτ. 1551/2023 Απόφαση του 11ου Μόνιμου Τμήματός της παρέπεμψε στην ελληνική βουλή το ζήτημα του ελέγχου σχετικά με την φερόμενη διάπραξη αξιοποίνων πράξεων, όπως παράβαση καθήκοντος και απιστία, από μέλη της κυβέρνησης της Ελλάδος, και αυτό συναφώς με πράξεις ή παραλείψεις τους που, κατά ποινικώς ελεγχόμενο τρόπο, συνδέονται αφενός με την φονικότερη σιδηροδρομική τραγωδία στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και αφετέρου με παραβίαση κανόνων του ενωσιακού δικαίου, πράγμα, άλλωστε, που φέρει την υπόθεση στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Οι ελεγχόμενες πράξεις αφορούν ειδικότερα πράξεις ή παραλείψεις που συνδέονται με καθ΄ εαυτή την πολύνεκρη σύγκρουση, με την ταχύτατη, εντός ωρών, επέμβαση μετά από ενέργειες δημοσίας εξουσίας στον τόπο του θανάτου με αποτέλεσμα την εξαφάνιση κρισίμων για την αναζήτηση ποινικών ευθυνών στοιχείων (το μακάβριο «μπάζωμα») καθώς και τυχόν ποινικές ευθύνες για την μη υλοποίηση της διαβόητης πια Σύμβασης 717, την οποία συγχρηματοδότησε η Ευρωπαϊκή Ένωση και στην οποία μετείχαν δύο κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (η Γαλλία και η Ελλάδα), και η οποία, αν είχε υλοποιηθεί κατά τους όρους με τους οποίους έλαβε ενωσιακό χρήμα, θα είχε αποτρέψει το κακό. Αφορούν επίσης και τις πράξεις απιστίας που έλαβαν χώρα μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Την υπόθεση των Τεμπών η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέπεμψε με την παραπάνω Απόφαση του 11ου Τμήματός της στην ελληνική βουλή προβάλλοντας ότι «το άρθρο 86 του ελληνικού Συντάγματος ορίζει ότι μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να διενεργεί έρευνα ή να ασκεί δίωξη για ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν από μέλη της Κυβέρνησης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους», επανήλθε δε, απαντώντας σε απαντητικό υπόμνημα εκ μέρους συγγενών των θυμάτων με το από 23 Ιουλίου 2024 υπ’ αριθμ. πρωτ. 1322/2024 έγγραφό της, επαναλαμβάνοντας ότι «δεν είναι σε θέση να προχωρήσει το θέμα περαιτέρω διαδικαστικά στο παρόν στάδιο» και προβάλλοντας ότι «δεν είμαστε πλέον αρμόδιοι γι’ αυτήν την πτυχή της υπόθεσης». Τα ίδια ακριβώς επανέλαβε συναφώς με το άρθρο 86 και σε σχέση με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ προσωπικά η ίδια η κ. Kövesi, σε συνέντευξή της στις 2 Οκτωβρίου 2025, όπου μάλιστα ζήτησε να αναθεωρηθεί το άρθρο 86, συνέδεσε δε το αίτημά της αυτό με την διαπίστωσή της ότι «ήρθε η ώρα να καθαρίσουμε τους στάβλους του Αυγεία.» Ανάμεσα δηλαδή στην κόπρο του Αυγεία και στην κάθαρσή της είδε η κ. Kövesi το άρθρο 86. Αυτό όμως ενάμισι μήνα πριν από την έκδοση της παραπάνω απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία όλα άλλαξαν.
Τα πράγματα άλλαξαν.
Όποιες και αν είναι οι αντιρρήσεις σχετικά με τη νομική ορθότητα της απόφασης 1928/2025 (και έχουν διατυπωθεί πολλές και εντονότατες), παραμένει το σκληρό γεγονός ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας (και μάλιστα απόφαση που λήφθηκε από την Μείζονα Ολομέλειά του) ανέτρεψε τα νομολογιακά δεδομένα κατά τρόπο που αίρει τα εμπόδια που επικαλέσθηκε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προκειμένου να προχωρήσει σε προανάκριση, ανάκριση ή και παραπομπή μελών κυβερνήσεων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε ισχυρισμό ότι μία νομοθετική διάταξη δεν είναι εφαρμόσιμη εάν προσκρούσει στο γράμμα μιας συνταγματικής διάταξης με το σκεπτικό ότι «ασκώντας πλήρως, ως οφείλει, το δικαιοδοτικό του έργο, ερμηνεύει το δίκαιο και αναζητά την έννοια της ρύθμισης εν όψει του γράμματος, αλλά και του σκοπού του, όπως η εκάστοτε ρύθμιση εντάσσεται τη δεδομένη χρονική στιγμή στο σύνολο της εννόμου τάξεως, εθνικής, ενωσιακής και διεθνούς, ώστε να καταστεί διά της ερμηνείας, κατά το δυνατόν, ένα συνεκτικό σύνολο.» [ΣτΕ 1918/2025, σκέψη 37, υπογράμμιση δική μας]. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο σε ρητή απαγόρευση άλλου άρθρου του Συντάγματος (του άρθρου 16), συνέδεσε το συμπέρασμά του στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και δέχθηκε ότι μπορεί να το παρακάμψει χωρίς να χρειάζεται αναθεώρησή του, και τούτο διότι «Το γεγονός δε ότι οι κρίσιμες διατάξεις του [...] Συντάγματος δεν έχουν εισέτι αναθεωρηθεί [...] δεν ασκεί επιρροή, διότι η μη αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων [...] δεν αναιρεί την υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβαίνει σε ερμηνεία του Συντάγματος σε αρμονία με το ενωσιακό δίκαιο, ερμηνεία η οποία [...] επιβάλλεται λόγω της εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, που επιδρά σε όλη την ιεραρχία των κανόνων της εθνικής έννομης τάξης [...]» [ίδια σκέψη, υπογράμμιση δική μας] . Και σε άλλα σημεία της η απόφαση αυτή υπογράμμισε με κάθε έμφαση ότι η ελληνική έννομη τάξη όχι απλώς δικαιούται, αλλά και οφείλει να αγνοεί και ρητές ακόμη συνταγματικές διατάξεις νομοθετικούς κανόνες «σε αρμονία με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» [σκέψη 29]. Εφαρμοζόμενη στις περιπτώσεις των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ η παραπάνω σκέψη του Ανώτατου Δικαστηρίου σημαίνει ότι δεν μπορεί να «ερμηνευθεί» το άρθρο 86 με τρόπο που να εμποδίζει την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, και, εν προκειμένω, των προβλεπόμενων από τον Κανονισμό2017/1939 αρμοδιοτήτων και εξουσιών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Ας σημειωθεί ότι παραπάνω νέα νομική κατάσταση στην Ελλάδα ενισχύεται αποφασιστικά από απόψεις ύψιστου επιστημονικού και θεσμικού κύρους. Έτσι ο πρώην Προέδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Καθηγητής κ. Βασιλείου Σκουρής σθεναρά υποστηρίζει αυτό ακριβώς που δέχθηκε η παραπάνω απόφαση, ότι δηλαδή το ενωσιακό δίκαιο καθιστά ανεφάρμοστη αντίθετη διάταξη του ελληνικού Συντάγματος [βλ. αναλυτικότερα V. Skouris, Der Vorrang des Europäischen Unionsrechts vor dem nationalen Recht. Unionsrecht bricht nationales Recht, EuR 2021, σελ. 3 επ.]. Ομοίως στις απόψεις που ανέπτυξε στην βουλή ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Καθηγητής κ. Γεώργιος Γεραπετρίτης προβάλλει ότι επιδρά στο Σύνταγμα «η επενέργεια του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εφόσον η συνταγματική διάταξη προβάλλεται έναντι θέματος που «αφορά ούτως ή άλλως το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» [βλ. Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, Συνεδρία ΡΙΓ΄ της 7ης Μαρτίου 2024, σελ. 11581 επ.]
Ο κ. Andrés Ritter και οι άλλοι.
Στις 2 Δεκεμβρίου 2025 εκλέχθηκε ως νέος Ευρωπαίος Εισαγγελέας ο τότε αναπληρωτής Ευρωπαίος Εισαγγελέας Γερμανός κ. Andrés Ritter, ο οποίος ήδη από την 1.1.2026 αντικαθιστά την κ. Kövesi, της οποίας η θητεία έληξε. Ο κ. Ritter καλείται να αντιμετωπίσει την νέα νομική κατάσταση στην Ελλάδα σχετικά με την διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών μελών της ελληνικής κυβέρνησης σχετικά τόσο με την τραγωδία των Τεμπών όσο και με την χωρίς τέλος συρροή απιστιών και κλοπών ευρωπαϊκού δημοσίου χρήματος μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ εις βάρος του εισοδήματος και του κόπου τιμίων Ελλήνων αγροτών και κτηνοτρόφων. Καλείται δηλαδή, στηριζόμενος ακριβώς στο ότι η Ελληνική Δημοκρατία, με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της, δέχθηκε ότι ό,τι και να λέει μια ελληνική συνταγματική διάταξη, αυτή δεν μπορεί να εμποδίσει, πολύ περισσότερο να ματαιώσει μια ενωσιακή διάταξη, και εν προκειμένω το άρθρο 22 παρ. 1 του Κανονισμού 2017/1939 που προβλέπει αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας «για αξιόποινες πράξεις που θίγουν οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, οι οποίες προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371)»), όπως είναι στην προκείμενη περίπτωση είναι το ζήτημα της μη προσήκουσας εκτέλεσης ή και μη εκτέλεσης κατά ουσιώδες αυτής μέρος δημόσιας σύμβασης 717/2024 και η διασπάθιση ευρωπαϊκών κονδυλίων μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ. Την υποχρέωσή του αυτή μάλιστα ενισχύει και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία δεσμεύει την Ευρωπαϊκή Ένωση και το οποίο θεσπίζει το δικαίωμα σε δίκη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι Έλληνες νομικοί, και μάλιστα ακριβώς εκείνοι που με έμφαση υποστήριξαν την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας να παραγνωρίσει και να μην εφαρμόσει ρητή αντίθετη διάταξη του Συντάγματος, θα συνεχίσουν να προσπαθούν να εφεύρουν δικαιολογίες για διπλά μέτρα και διπλά σταθμά. Πρόβλημα δικού τους κύρους και δικής τους αξιοπιστίας. Οι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς όχι μόνο μπορούν, αλλά και οφείλουν πλέον να προανακρίνουν, να ανακρίνουν και να παραπέμπουν μέλη της ελληνικής κυβέρνησης χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το άρθρο 86, το οποίο, με την παραπάνω νομολογία του, πέταξε στην κάλαθο των αχρήστων το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας.
(Ο Ειρηναίος – Αντώνιος Γιακουμάκης είναι ΔΝ (Νομικής Σχολής Αθηνών), δικηγόρος)




























