Ο προϋπολογισμός ψηφίστηκε. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει. Πρωτογενές πλεόνασμα στο 2,6% του ΑΕΠ για το 2026, «δημοσιονομική σταθερότητα», θετικά μηνύματα προς τις αγορές. Αυτό που αποσιωπάται, όμως, είναι ότι στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πρόγραμμα από το 2027 και μετά οι ρυθμοί ανάπτυξης πέφτουν κατακόρυφα το οποίο η κυβέρνηση εντέχνως αποκρύπτει. Και έτσι, για τα επόμενα χρόνια με αυτή την κυβέρνηση, η κοινωνία δεν έχει κάτι ουσιαστικό να προσβλέπει.
Γιατί ο προϋπολογισμός δεν είναι λογιστικό φύλλο. Είναι πολιτική επιλογή. Και η επιλογή αυτής της κυβέρνησης είναι σαφής: πρώτα οι δείκτες για τον έπαινο των αγορών και μετά ο πολίτης.
Ας ξεκινήσουμε από τους αγρότες. Την ώρα που το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί σωρευτικά πάνω από 30% τα τελευταία χρόνια λόγω ενέργειας, ζωοτροφών και λιπασμάτων οι άμεσες ενισχύσεις παραμένουν στάσιμες ή αποσπασματικές. Τα προγράμματα στήριξης των αγροτών δεν ακολουθούν τον πληθωρισμό, ενώ οι αποζημιώσεις για φυσικές καταστροφές συνεχίζουν να δίνονται καθυστερημένα και μειωμένες. Και όλα αυτά, τη στιγμή που το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε με τον πιο ωμό τρόπο παθογένειες, κακοδιαχείριση, κομματικές διευθετήσεις και αδιαφάνεια στη διανομή των ευρωπαϊκών πόρων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αγρότες βρίσκονται ξανά στα μπλόκα: δεν δίνουν έναν «συντεχνιακό» αγώνα, αλλά αγώνα επιβίωσης που τον επικροτεί ολόκληρη η ελληνική κοινωνία.
Στη δημόσια υγεία, η κυβέρνηση μιλά για αυξήσεις δαπανών. Στην πράξη, η συνολική δημόσια δαπάνη υγείας παραμένει περίπου στο 5% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνά το 7%. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: ελλείψεις προσωπικού, εξαντλημένοι γιατροί και νοσηλευτές, αναμονές μηνών. Οι πολίτες πληρώνουν από την τσέπη τους πάνω από το 30% των συνολικών δαπανών υγείας – από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Αυτό δεν λέγεται ενίσχυση του ΕΣΥ. Λέγεται ιδιωτικοποίηση μέσω εγκατάλειψης
Και μετά είναι η στέγη. Το πιο πιεστικό κοινωνικό πρόβλημα ειδικά για τους νέους, που στον προϋπολογισμό αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν υποσημείωση. Τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 30–40% μέσα σε λίγα χρόνια, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες με τις χαμηλότερες δημόσιες δαπάνες για στέγαση στην Ευρώπη, πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που αγγίζει περίπου το 1,2% του ΑΕΠ για κατοικία και συναφείς υπηρεσίες. Ανεπαρκή προγράμματα περιορισμένη εμβέλεια; καμία σοβαρή κρατική παρέμβαση στην αγορά ακινήτων. Για μια ολόκληρη γενιά, η κατοικία έχει μετατραπεί σε άπιαστο όνειρο.
Και όμως, η κυβέρνηση επιμένει ότι «τα πράγματα πάνε καλύτερα». Μόνο που για την κοινωνία, το «καλύτερα» δεν μετριέται σε δελτία τύπου. Μετριέται στο σούπερ μάρκετ, στο νοσοκομείο, στο ενοίκιο.
Αυτός ο προϋπολογισμός δεν μειώνει τις ανισότητες. Τις κανονικοποιεί. Δεν στηρίζει τους πολλούς. Τους ζητά ανοχή. Και ποντάρει στο ότι η λαϊκή δυσαρέσκεια θα κατευναστεί με μικρά επιδόματα, ανεπαρκείς φοροελαφρύνσεις και μεγάλα λόγια.
Δεν θα κατευναστεί. Γιατί όταν η ζωή ακριβαίνει και η πολιτική φθηναίνει, η κοινωνία παύει να ακούει υποσχέσεις και αρχίζει να μετρά απώλειες. Και τότε το χάσμα δεν απλώς δεν κλείνει — μετατρέπεται σε πολιτικό αδιέξοδο με κοινωνικό κόστος.
(Η Κατερίνα Μπέρδου είναι δικηγόρος)




























