Τα πρόσφατα γεγονότα της Χαλκίδας, με τη στυγνή δολοφονία ενός ακόμα νέου ανθρώπου και το μαχαίρωμα ενός άλλου, χαρακτηρίστηκαν ως ένα ακόμα επεισόδιο «οπαδικής βίας». Συνιστά άραγε, «οπαδική βία» όταν σε ανύποπτο χώρο και χρόνο μία ομάδα τεσσάρων ανθρώπων δίνει ραντεβού με μία άλλη ομάδα και από τη μεταξύ τους συμπλοκή μαχαιρώνεται θανάσιμα ένας από αυτούς και τραυματίζονται άλλοι δύο; Είναι ευθύνη μία ΠΑΕ, όταν σε ανύποπτο χρόνο, χωρίς την αφορμή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα και μακριά από οποιαδήποτε αθλητική εγκατάσταση ένας δολοφόνος μπήγει το μαχαίρι στην καρδιά ενός νέου ανθρώπου; Έχει αυτό σχέση με το ποδόσφαιρο;
Είναι θέμα «οπαδικής βίας» όταν ένας από τους εμπλεκόμενους στη δολοφονική επίθεση της Χαλκίδας, ήταν ένας από τους 147 κατηγορούμενους για την εν ψυχρώ δολοφονία του Αστυνομικού Λυγγερίδη, πριν από δύο χρόνια στου Ρέντη; Πώς συνδέεται η έννοια της οπαδικής βίας, όταν μία εγκληματική οργάνωση, σε εντεταλμένη υπηρεσία πήγε και δολοφόνησε τον Άλκη Καμπανό στη Θεσσαλονίκη; Πώς εξηγούνται στο πλαίσιο μίας οργανωμένης και ευνομούμενης Πολιτείας ότι η εκδίκαση της υπόθεσης για αυτό το οργανωμένο έγκλημα αναβλήθηκε, για ένα χρόνο μετά (!), επειδή μία ομάδα κουκουλοφόρων προκάλεσε επεισόδια έξω από το Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης; Είναι αυτό ζήτημα «οπαδικής βίας»;
Ο ίδιος ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, σε συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό, αναφορικά με το επεισόδιο της Χαλκίδας είπε επί λέξει: «από πίσω είναι το οργανωμένο έγκλημα, στο οποίο εν γένει πρέπει να δοθεί βάρος στην αντιμετώπισή του». Κάτι είχαμε υποψιαστεί, είναι η αλήθεια.
Αξίζει να υπενθυμίσει κάποιος ότι τα γεγονότα στου Ρέντη οδήγησαν σε δίκη εκατοντάδες ανθρώπους, με την κατηγορία της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, αλλά και παράγοντες μεγάλης ΠΑΕ η οποία κατηγορείται ότι την υποστήριζε και τη χρηματοδοτούσε. Παρά το γεγονός ότι οι κατηγορίες είναι απολύτως συγκεκριμένες, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Αθλητισμού ακολούθησε την εκδοχή γενικά της «οπαδικής βίας» και έκλεισε όλα τα γήπεδα. Το ίδιο συνέβη και για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης, μετά τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού. Αντί, δηλαδή, να αναζητηθούν και να παταχθούν οι πραγματικοί υπαίτιοι, στην ουσία τιμωρήθηκαν οι φίλαθλοι όλων των ομάδων.
Φαίνεται, ότι η πρόφαση της «οπαδικής βίας» βολεύει. Σκεφτείτε, ότι ακόμα και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, αρχικά, επιχειρήθηκε να αποδοθεί σε οπαδικά κίνητρα και ότι ο Φύσσας δήθεν, δολοφονήθηκε επειδή ήταν Ολυμπιακός. Έτσι, όμως, το πρόβλημα δεν λύνεται. Αντίθετα, διαιωνίζεται. Διότι αν η δήλωση του κου Χρυσοχοΐδη είναι σωστή και πίσω από τα στυγερά εγκλήματα, όπως αυτό της Χαλκίδας, του Άλκη ή του Λυγγερίδη «είναι το οργανωμένο έγκλημα», τότε η λύση είναι η πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος. Φυσικά, δε φτάνει μόνο η διαπίστωση…
Το κρίσιμο ερώτημα
Κάποτε, σε αυτή τη χώρα, ένας αρμόδιος Υπουργός, είχε ερωτηθεί αν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των μεταφορών με τρένο. Είχε απαντήσει στους Βουλευτές που υπέβαλαν το ερώτημα ότι θα πρέπει να ντρέπονται και μόνο που ρωτάνε κάτι τέτοιο. Είχε κουνήσει το δάχτυλο στους αντιπροσώπους του ελληνικού λαού και, κατ’ επέκταση, σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και τους επέπληξε γιατί τόλμησαν να υποβάλουν αυτό το ερώτημα. Η συνέχεια είναι γνωστή.
Αναλογικά, το ερώτημα που θα μπορούσε, εύλογα, να θέσει, σήμερα, ένας απλός πολίτης στους αρμόδιους Υπουργούς είναι: «Μπορούν να εγγυηθούν ότι ένας πατέρας μπορεί να πάρει το παιδί του και να πάει στο γήπεδο, με ασφάλεια, χωρίς να φοβάται ότι, βαδίζοντας στο δρόμο, δε θα βρεθεί κάποιος να τους μαχαιρώσει, επειδή φοράνε τη φανέλα της ομάδας που αγαπούν;». Μπορούν οι συναρμόδιοι Υπουργοί Αθλητισμού, Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη να κουνήσουν το δάχτυλο σε όποιον υποβάλει αυτή την ερώτηση και να του πουν ότι θα πρέπει να ντρέπεται ακόμα και που το ρωτάει; Μάλλον όχι…
«Λευτεριά στ’ αδέρφια μας»
Ή καλύτερα: «Σίγουρα όχι». Διότι η αδυναμία των εμπλεκόμενων φορέων (Υπουργείων, ΠΑΕ, ΚΑΕ, ΕΛ.ΑΣ κ.ά) φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού και χωρίς VAR, από τα “highlights” των αγώνων. Στα περισσότερα γήπεδα των ομάδων (κυρίως των πιο μεγάλων), υπάρχει ένα πανό που γράφει: «ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΑΣ» ή κάτι παρόμοιο. Όπου τα «αδέρφια μας» είναι κάποιοι από όλους εκείνους που έχουν συλληφθεί για εγκλήματα του κοινού ποινικού κώδικα και που είναι υπόδικοι ακόμα και για κακουργήματα. Υπάρχει, επομένως, μία ομάδα ανθρώπων που μπαίνει σε ένα δημόσιο χώρο, όπως είναι ένα γήπεδο, όπου συγκεντρώνονται χιλιάδες άνθρωποι, όλων των ηλικιών και χωρίς καμία απολύτως δυσκολία καταφέρνει να εκφράσει την αλληλεγγύη τους σε κακοποιούς.
Στις μέρες μας, είναι πολύ δυσκολότερο να μπεις στο γήπεδο κρατώντας σημαία της Παλαιστίνης, παρά να βάλεις ένα πανό που εκφράζει τη θλίψη σου για τη στυγνή δολοφονία ενός μέλους της “Greek Mafia”, όταν αυτό το μέλος ανήκει σε θύρα οργανωμένων οπαδών. Αν κρατάς τη σημαία της Παλαιστίνης, μπορεί να προσαχθείς προσάχθηκαν σε Αστυνομικό Τμήμα και να χάσεις τον αγώνα. Αν κρατάς το πανό «Λευτεριά στ’ αδέρφια μας», η μεταχείριση είναι πολύ διαφορετική... Υπάρχει μία διαπιστωμένη δυσανεξία των αρχών σε κάποιους και μία προκλητική ανοχή προς τους δεύτερους.
Προϋπόθεση επιβίωσης
Κάποτε, τα συνθήματα των οπαδών είχαν αντικείμενο την ομάδα που υποστήριζαν. Δεν έλειπαν τα πειράγματα προς τους οπαδούς της αντίπαλης ομάδας. Αλλά, μέχρι εκεί. Σήμερα, χωρίς να έχει πάψει αυτό, προστέθηκαν και οι αναφορές σε «ραντεβού» εκτός γηπέδου, σε μάχες με μαχαιρώματα και ξυλοδαρμούς στους δρόμους. Στους τιμημένους νεκρούς μας, στο όνομα της ομάδας. Σήμερα, πριν από την ομάδα, τους παίκτες και τους προπονητές, αποθεώνονται τα επιτεύγματα των συνδέσμων. Το ξύλο που έπαιξαν και οι επιτυχίες στα μαχαιρώματα.
Υπάρχουν άνθρωποι, επαγγελματίες οπαδοί, που ζούνε λόγω του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού, της ΑΕΚ, του ΠΑΟΚ. Συνδέουν την ύπαρξή τους με αυτό και αποθεώνονται από μεγάλη πλειοψηφία των υπολοίπων φιλάθλων, για αυτό. Ακούγεται ότι κάποιοι δουλεύουν σε ΠΑΕ ή στις επιχειρήσεις των αφεντικών. Άραγε, έχει ποτέ διερευνηθεί η σχέση τους με τις ΠΑΕ; Και άραγε, συνιστά πράγματι, «οπαδική βία» η συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων; Ή μήπως είναι κάτι άλλο, που δεν έχει καμία σχέση με τον αθλητισμό και το υγιές οπαδικό κίνημα;
Σε προηγούμενο άρθρο είχε γίνει αναφορά, στο πώς οι ίδιοι οι οργανωμένοι φίλαθλοι λειτούργησαν οργανωμένα και κατάφεραν να κατακτήσουν το δικαίωμά τους στις μετακινήσεις σε αγώνες εκτός έδρας. Είχε τονιστεί τότε, ότι για να επιτύχουν το σκοπό τους, διαφύλαξαν την πρωτοβουλία τους, από τυχόν προβοκάτσιες. Σήμερα, επισημαίνουμε ότι αυτός ο τρόπος δράσης των οργανωμένων οπαδών υπονομεύεται ευθέως και απονομιμοποιείται, όταν οι ίδιοι οι οργανωμένοι οπαδοί δείχνουν ανοχή σε λογικές τύπου «Λευτεριά στ’ αδέρφια μας». Διότι, όσο οι οργανωμένοι οπαδοί θα εξακολουθούν να κρύβουν στους κόρφους τους το οργανωμένο έγκλημα, τόσο θα είναι ευάλωτοι στο να απωλέσουν τα δικαιώματα που διεκδικούν και κατακτούν. Με πρώτο και καλύτερο, το δικαίωμά τους να παρακολουθούν την ομάδα που αγαπούν. Το «τέρας» που συντηρούν και ανέχονται, στο τέλος θα τους κατασπαράξει.
Φυσικά, οποιοσδήποτε πολίτης δεν μπορεί να επαφίεται στο φιλότιμο των οργανωμένων οπαδών. Αναμένει τη συντονισμένη δράση της οργανωμένης Πολιτείας. Αυτό που ο κος Χρυσοχοΐδης ονομάζει «άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος» κάποιες φορές βαφτίζεται ως «οπαδική βία». Άλλες φορές, το οργανωμένο έγκλημα παρεισφρέει στο γήπεδο και καμουφλάρεται με τα χρώματα των ομάδων. Καλύπτεται από τα κασκόλ και τα συνθήματα των οπαδών. Σχεδόν νομιμοποιείται. Γίνεται: «Λευτεριά στ’ αδέρφια μας». Δικαιολογείται το κοινό έγκλημα, όταν το έχει διαπράξει κάποιος που δηλώνει οπαδός μίας ομάδας.
Ένα τέτοιο ποδόσφαιρο, είναι προφανώς αιχμάλωτο. Δεν έχει κανένα περιθώριο επιβίωσης, διότι, αναπόφευκτα το γήπεδο χάνει το νόημά του. Η βία δεν αποσκοπεί στα ενενήντα λεπτά ενός αγώνα. Η βία στοχεύει σε όλη την κοινωνική διαδικασία που συνοδεύει το ματς. Τη συνάντηση των ανθρώπων πριν και μετά από αυτό. Στην ανταλλαγή απόψεων που ξεκινάει από το σχολιασμό ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, αλλά καταλήγει αναπόφευκτα σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Στον εντοπισμό ενός κακού διαιτητή και στην αναλογική προβολή της διαφθοράς, σε άλλα επίπεδα.
Είναι προφανές, ότι όσο οι παθογένειες της κοινωνίας θα βαθαίνουν (όπως αποδεικνύεται από τα επανειλημμένα επεισόδια των τελευταίων ημερών), τόσο η ανάγκη ανάπτυξης οργανωμένων αντισωμάτων στις τάξεις των οπαδών θα γίνεται πιο επιτακτική, γιατί θα προσπαθούν σαν καρκίνωμα, να διαβρώσουν την υγιή μάζα των φιλάθλων (οργανωμένων ή μη).
Γι’ αυτό, το «Λευτεριά στ’ αδέρφια μας» με το «Λευτεριά στο ποδόσφαιρο» δε συμβαδίζουν. Ήρθε η ώρα να επιλέξουμε τα πραγματικά μας αδέρφια, να ανακαλύψουμε ξανά την αγάπη για αυτό το υπέροχο άθλημα. Να δούμε τη μαγεία του γηπέδου, ως μία συνολική διαδικασία υγειούς κοινωνικοποίησης και συμμετοχής στα κοινά. Και, ποιος ξέρει; Ίσως, αυτός να είναι και ένας τρόπος να δείξουν στο σύνολό τους οι υγιείς φίλαθλοι στην υπόλοιπη κοινωνία έναν τρόπο να ξελασπώσει. Αλλιώς, είναι πολύ πιθανό να οδηγηθεί και το ποδόσφαιρο σε «ξαφνικό θάνατο», όπως συμβαίνει με πολλά άλλα στην εποχή μας και να μην υπάρχει κανένα σχέδιο εξυγίανσης, για να το επαναφέρει στη ζωή.
(Ο Κώστας Καρβουναρίδης είναι Δικηγόρος – Μάστερ Αθλητικού Δικαίου και Μάνατζμεντ -Διεθνές Κέντρο Αθλητικών Σπουδών CIES – FIFA)




























