Τις τελευταίες ημέρες, η Ευρώπη ταλανίζεται από τον πρωτοφανή αποκλεισμό της από τις εξελίξεις στη διεθνή σκηνή. Η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και των κρατών-μελών της, αναμένεται, βάσει των τωρινών δεδομένων, να μην συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Οι συνομιλίες αυτές φαίνεται πως θα κυριαρχηθούν από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Αυτός ο αποκλεισμός, αφενός, συνιστά τραγική ειρωνεία, αν αναλογιστεί κανείς τον βαθμό εμπλοκής και τη βοήθεια που παρείχε η Ευρώπη στην Ουκρανία από την έναρξη του πολέμου. Αφετέρου, αποτελεί λογική συνέπεια δύο βασικών παραγόντων. Tης εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ στην Προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και των σημαντικών λαθών και παραλείψεων της Ευρώπης κατά τη διάρκεια των τριών ετών του πολέμου.
Η ρήξη των Διατλαντικών Σχέσεων
Όσον αφορά τον πρώτο παράγοντα, η εκλογή του Τραμπ προοικονομούσε, μια αποστασιοποιημένη, αν όχι εχθρική, στάση απέναντι στους Βορειοατλαντικούς συμμάχους του. Από την αρχή της προεδρίας του, ο Τραμπ έχει σηματοδοτήσει μια σαφή απομάκρυνση από τις παραδοσιακές δεσμεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών προς την πολυμερή διπλωματία, προτιμώντας μια πιο μονομερή και συναλλακτική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια, η συμμαχία εντός του ΝΑΤΟ, διαφαινόταν ότι εξασθενούσε, κάτι που ενισχύθηκε από την εκλογή Τραμπ. Από τη στιγμή που επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ έχει ενισχύσει τη συναλλακτική του προσέγγιση στις συμμαχίες, αμφισβητώντας επανειλημμένα την αξία του ΝΑΤΟ και προειδοποιώντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να μην υπερασπιστούν τα μέλη που αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους για αμυντικές δαπάνες. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ έχει διαρκώς υποστηρίξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επωμίζονται ένα δυσανάλογο βάρος για τη διασφάλιση της ασφάλειας των Ευρωπαίων συμμάχων τους, χαρακτηρίζοντας ως «παραβάτες» εκείνους που δεν πληρούν το όριο του 2% του ΑΕΠ στις αμυντικές δαπάνες. Οι επανειλημμένες επικρίσεις του προς το ΝΑΤΟ και η απαξιωτική στάση του απέναντι στους Ευρωπαίους ηγέτες έχουν στείλει ένα σαφές μήνυμα: στη δική του αντίληψη για την παγκόσμια πολιτική, η Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον βασικό παράγοντα, αλλά έναν δευτερεύοντα παίκτη.
Το επιστέγασμα όλων αυτών των προθέσεων, ήρθε με την ιστορική ομιλία του νέου Αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς, κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια. Ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, σε μια ομιλία άνευ προηγουμένου, μίλησε για τα πάντα εκτός από το κύριο θέμα της Διάσκεψης. Ο Βανς κατηγόρησε την ΕΕ για έλλειψη ελευθερίας του λόγου και δημοκρατίας, καταδίκασε τις πρωτοβουλίες που ελήφθησαν για τον περιορισμό της ανόδου του ακροδεξιού AfD στη Γερμανία, ενώ, τέλος, επέκρινε την ακύρωση των αποτελεσμάτων των προεδρικών εκλογών στη Ρουμανία το 2024 λόγω φερόμενης ρωσικής παρέμβασης. Παρόλο την ύπαρξη όλων των διαπιστευτηρίων, ότι ο Τραμπ δεν θα επιδίωκε συνεργασία με τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ, η ηγεσία της ΕΕ για άλλη μια φόρα φάνηκε απροετοίμαστη. Έπειτα το τέλος της ομιλίας του Αντιπρόεδρου των ΗΠΑ, οι ηγέτες της ΕΕ, κοιτιόντουσαν έκπληκτοι για αρκετή ώρα. Η λεγόμενη αντίδραση των ηγετών της ΕΕ, μετά το πέρας του ομιλίας του Βανς, θα μπορούσε, αλληγορικά να αντικατοπτρίσει και ολόκληρη την ολιγωρικη τους στάση του κατά την διάρκεια του πολέμου. Λίγες ώρες αργότερα, ανακοινώθηκε η έναρξη των συζητήσεων για την παύση πυρός στην Ουκρανία, με έναρξη το τέλος του Φεβρουαρίου στις οποίες δεν θα συμμετείχε κανένας εκπρόσωπος της ΕΕ.
Οι ευθύνες της ΕΕ
Ωστόσο, η ΕΕ δεν είναι άμοιρη ευθυνών, ούτε η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποτελεί τον μοναδικό λόγο για τον διπλωματικό αποκλεισμό που αντιμετωπίζει η ηγεσία της «γηραιάς ηπείρου». Η Ένωση διέπραξε μια σειρά από λάθη και παραλείψεις που συνέβαλαν σε αυτό το πολιτικό «φιάσκο». Από την έναρξη του πολέμου έως και σήμερα, το κύριο πρόβλημα της ΕΕ είναι η έλλειψη ενιαίου στρατηγικού πλάνου. Στην αρχή της σύρραξης, ορισμένες χώρες της ΕΕ υποστήριξαν αυστηρές κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας, ενώ άλλες εξέφρασαν επιφυλάξεις λόγω των οικονομικών τους σχέσεων μαζί της. Η έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των κρατών-μελών διατηρήθηκε και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Πρωτοβουλίες όπως οι επισκέψεις του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν στη Ρωσία και την Κίνα το 2024, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους Ευρωπαίους εταίρους, προκάλεσαν εσωτερικές διαιρέσεις και αποδυνάμωσαν τη διαπραγματευτική θέση της ΕΕ. Η αποτυχία χάραξης κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στο ρωσο-ουκρανικό ζήτημα ήταν εμφανής ακόμα και μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της Ένωσης. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Γαλλία προωθούσε την περαιτέρω ενίσχυση του ουκρανικού στρατού, κάτι που έβρισκε τη Γερμανία κάθετα αντίθετη. Τέλος, η ΕΕ ακόμα και όταν βρισκόταν σε θέση να λάβει αποφάσεις και να επιβάλει κυρώσεις κατά της Ρωσίας, το έπραττε με μεγάλη καθυστέρηση. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της ολιγωρίας της Ευρώπης στην εκκίνηση του πολέμου όταν η Ρωσία προέβη στην αναγνώριση των περιοχών του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ ως ανεξάρτητες οντότητες τον Φεβρουάριο του 2022. Η ΕΕ αντέδρασε με την επιβολή κυρώσεων. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ήρθε έπειτα από έντονες συζητήσεις και καθυστερήσεις, γεγονός που υπονόμευσε την αποτελεσματικότητα της απάντησης. Επίσης, με την ίδια βραδυπορία έπραξε και σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης «σκιώδους» στόλου από τη Ρωσία για την παράκαμψη των κυρώσεων στις εξαγωγές πετρελαίου. Η ΕΕ χρειάστηκε σχεδόν τρία χρόνια από την έναρξη της σύγκρουσης για να καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με την επιβολή αυστηρών μέτρων. Συγκεκριμένα, μόλις τον Φεβρουάριο του 2025, τα κράτη-μέλη της ΕΕ κατέληξαν σε πολιτική συμφωνία για ένα νέο πακέτο κυρώσεων που στοχεύει, μεταξύ άλλων, τον «σκιώδη» στόλο της Ρωσίας, με την επίσημη έγκριση να λαμβάνει χώρα στις 24 Φεβρουαρίου 2025, συμπίπτοντας με την τρίτη επέτειο από την εισβολή στην Ουκρανία.
Η επόμενη ημέρα για την ΕΕ
Στις ώρες που ακολούθησαν την ανακοίνωση του αποκλεισμού της ΕΕ από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν έμειναν αδρανείς. Δύο ημέρες αργότερα, ο Εμανουέλ Μακρόν συγκάλεσε στο Παρίσι μια άτυπη σύνοδο κορυφής, στην οποία συμμετείχαν οι ηγέτες της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Πολωνίας, της Ολλανδίας και της Δανίας, η οποία εκπροσώπησε τις χώρες της Βαλτικής και της Σκανδιναβίας. Στη συνάντηση παρευρέθηκαν επίσης η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Αντόνιο Κόστα, εκπροσωπώντας την ΕΕ με τις ιδιότητές τους ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αντίστοιχα. Η συγκεκριμένη συνάντηση απαρτιζόταν αποκλειστικά από τις χώρες της Weimar+, μιας άτυπης συμμαχίας που είχε παρουσιαστεί λίγες ημέρες νωρίτερα από τους υπουργούς Εξωτερικών των συμμετεχόντων κρατών. Στόχος αυτής της συμμαχίας είναι η διασφάλιση της ενεργής συμμετοχής της Ευρώπης στις διαπραγματεύσεις για οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Αυτό ήταν και το κεντρικό μήνυμα που υπογράμμισαν οι ηγέτες της Weimar+ μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης στο Παρίσι. Περαιτέρω διπλωματικές διεργασίες ακολούθησαν, με αποτέλεσμα τον προγραμματισμό συνάντησης μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Εμανουέλ Μακρόν στον Λευκό Οίκο. Η συνάντηση αυτή ίσως να αποδεικνύει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί τον Γάλλο ομόλογό του ως τον πιο αξιόπιστο εταίρο εντός της ΕΕ.
O αποκλεισμός της ΕΕ από τις συζητήσεις για την εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας σηματοδοτεί έναν ανησυχητικό παραγκωνισμό των ευρωπαϊκών φωνών σε ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα τη σταθερότητα της περιοχής. Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για την Ευρώπη να αναπτύξει μια πιο αυτόνομη αμυντική στρατηγική, μειώνοντας την εξάρτησή της από μια ολοένα και πιο απρόβλεπτη αμερικανική εξωτερική πολιτική. Για την Ευρώπη, αυτή η στιγμή πρέπει να λειτουργήσει ως ένα ηχηρό μήνυμα αφύπνισης. Η ΕΕ δεν μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν ένας σταθερός σύμμαχος. Αντίθετα, οφείλει να κινηθεί προς την κατεύθυνση της στρατηγικής αυτονομίας, διαμορφώνοντας μια αμυντική και εξωτερική πολιτική που δεν θα εξαρτάται από την αστάθεια της αμερικανικής ηγεσίας. Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για την ΕΕ να λάβει αποφασιστικά μέτρα και να ενισχύσει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, με έμφαση στη διαμόρφωση μιας κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Στις μεταβλητές της επόμενης μέρας, βρίσκεται και ο νέος Καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος έχει δηλώσει ότι η Ευρώπη δεν πρέπει πλέον να στηρίζεται, αμυντικά, στις ΗΠΑ. Εάν οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν αξιοποιήσουν αυτήν την ευκαιρία, διακινδυνεύουν να βρεθούν μόνιμα στο περιθώριο της διαμόρφωσης του δικού τους μέλλοντος στον τομέα της ασφάλειας.
(Ο Δημήτρης Κανδηλάπτης είναι πολιτικός επιστήμονας, επιστημονικός συνεργάτης του Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ)




























