Αντιμέτωπος με φόρο σχεδόν 42.000 ευρώ βρέθηκε φορολογούμενος, ο οποίος έχασε το ειδικό φορολογικό καθεστώς που του επέτρεπε να φορολογείται μόνο για το 50% του εισοδήματός του από μισθωτή εργασία στην Ελλάδα. Η υπόθεση έφθασε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, η οποία απέρριψε την προσφυγή του και διατήρησε τον πρόσθετο φόρο.
Η υπόθεση αφορά φορολογούμενο που είχε υπαχθεί στο άρθρο 5Γ του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Πρόκειται για το ειδικό καθεστώς που απευθύνεται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σε φυσικά πρόσωπα τα οποία μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα.
Απαλλαγή 50%
Το ειδικό καθεστώς 5Γ προσφέρει απαλλαγή 50% από τον φόρο εισοδήματος και από τα τεκμήρια διαβίωσης για επτά συνεχόμενα έτη. Αφορά φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα για να εργαστούν σε νέες θέσεις μισθωτής εργασίας ή να ασκήσουν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο φορολογούμενος υπέβαλε κανονικά τη δήλωσή του για το 2023 τον Ιούνιο του 2024. Στη δήλωση ήταν προσυμπληρωμένος ο σχετικός κωδικός για την ένταξή του στο ειδικό καθεστώς και από την αρχική εκκαθάριση προέκυψε ότι έπρεπε να πληρώσει μόλις 278,03 ευρώ.
Τα δεδομένα άλλαξαν στη συνέχεια. Τον Φεβρουάριο του 2025 το ΚΕΦΟΔΕ Αττικής αποφάσισε ότι ο φορολογούμενος έπρεπε να εξέλθει από το ειδικό καθεστώς από το φορολογικό έτος 2023. Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η εργασιακή του σχέση στην Ελλάδα είχε σταματήσει στις 31 Δεκεμβρίου 2023.
Περιθώριο σε όσους σταματούν να εργάζονται
Η νομοθεσία δίνει, πάντως, ένα περιθώριο σε όσους σταματούν να εργάζονται. Εφόσον μέσα σε διάστημα δώδεκα μηνών συνάψουν νέα σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα, μπορούν υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις να συνεχίσουν να βρίσκονται στο καθεστώς. Εάν όμως περάσουν περισσότεροι από δώδεκα μήνες χωρίς νέα εργασία, η υπαγωγή παύει από το φορολογικό έτος κατά το οποίο σταμάτησε η προηγούμενη εργασιακή σχέση.
Η Ε΄ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης κάλεσε τον φορολογούμενο να υποβάλει τροποποιητική δήλωση για το 2023 και να αφαιρέσει τον κωδικό που του έδινε το φορολογικό πλεονέκτημα. Εκείνος δεν ανταποκρίθηκε και έτσι η φορολογική διοίκηση έκανε την τροποποίηση από μόνη της και προχώρησε σε νέα εκκαθάριση. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικά επιβαρυντικό: αντί για τα αρχικά 278,03 ευρώ, το τελικό ποσό του φόρου διαμορφώθηκε στα 41.758,95 ευρώ.
Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη ΔΕΔ. Υποστήριξε ότι η έξοδός του από το ευνοϊκό καθεστώς δεν έπρεπε να ισχύσει για το 2023 αλλά από το 2024. Αμφισβήτησε επίσης τη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να προχωρήσει σε τροποποίηση της δήλωσής του χωρίς τη συναίνεσή του. Παράλληλα, προσκόμισε στοιχεία για τη φορολογική κατοικία του στην Ισπανία και ανέφερε ότι είχε ήδη εξοφλήσει τον φόρο, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να ζητήσει πίσω τα χρήματα εάν δικαιωνόταν.
Για την υπόθεση είχε προηγηθεί και απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με τη ΔΕΔ, το δικαστήριο έκρινε ότι, αφού η εργασία είχε σταματήσει στις 31 Δεκεμβρίου 2023 και δεν είχε αναληφθεί νέα εργασία μέσα στο προβλεπόμενο δωδεκάμηνο, νόμιμα η φορολογική αρχή αφαίρεσε το συγκεκριμένο φορολογικό προνόμιο από το 2023.
Έτσι, η ΔΕΔ απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε τη νέα εκκαθάριση με αποτέλεσμα ο λογαριασμός για το φορολογικό έτος 2023 να παραμείνει στα 41.758,95 ευρώ.






























