Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να ευθυγραμμίσει το φορολογικό της πλαίσιο με τη διεθνή πρακτική στη διαχείριση επενδυτικών κεφαλαίων, προωθώντας διάταξη που αποσκοπεί στην παροχή μεγαλύτερης φορολογικής βεβαιότητας σε hedge funds, private equity funds και άλλους διαχειριστές εναλλακτικών επενδύσεων που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά.
Η ρύθμιση, η οποία ενσωματώθηκε σε νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, απαντά σε ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της διεθνούς φορολογίας κεφαλαίων: πότε η παρουσία στελεχών, συμβούλων ή υποστηρικτικών λειτουργιών σε μια χώρα αρκεί ώστε ένα επενδυτικό όχημα να θεωρηθεί ότι έχει μεταφέρει εκεί τη φορολογική του κατοικία ή ότι έχει αποκτήσει μόνιμη εγκατάσταση.
Σύμφωνα με τη διάταξη, επενδυτικά κεφάλαια και διαχειριστές με έδρα στο εξωτερικό δεν θα θεωρούνται αυτομάτως φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας ούτε θα αποκτούν εξ ορισμού φορολογική παρουσία στη χώρα μόνο και μόνο επειδή ορισμένα στελέχη τους εργάζονται από την Ελλάδα ή επειδή έχουν εγκαταστήσει εδώ υποστηρικτικές δομές. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά τη διεθνή τάση που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς ολοένα περισσότερα χρηματοοικονομικά στελέχη εργάζονται εκτός των παραδοσιακών χρηματοοικονομικών κέντρων, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατ’ ανάγκη μεταφορά της φορολογικής βάσης των οργανισμών που εκπροσωπούν.
Η κυβέρνηση επιδιώκει με τον τρόπο αυτό να καταστήσει σαφές ότι η παρουσία επενδυτικών επαγγελματιών στην Ελλάδα δεν θα δημιουργεί από μόνη της φορολογικούς κινδύνους για τα funds που διαχειρίζονται από άλλες δικαιοδοσίες. Το μήνυμα απευθύνεται κυρίως σε διεθνείς διαχειριστές κεφαλαίων που εξετάζουν τη δημιουργία ομάδων επενδύσεων, ερευνητικών μονάδων ή υποστηρικτικών λειτουργιών στην Ελλάδα.
Ταυτόχρονα, η διάταξη υπογραμμίζει ότι η οικονομική δραστηριότητα που πραγματοποιείται στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπόκειται πλήρως στην ελληνική φορολογία. Οι εταιρείες που εγκαθίστανται στη χώρα θα φορολογούνται με τους ισχύοντες συντελεστές, ενώ οι εργαζόμενοι θα φορολογούνται για τα εισοδήματά τους και θα καταβάλλουν τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Η εφαρμογή του ΦΠΑ και των λοιπών φορολογικών υποχρεώσεων παραμένει αμετάβλητη.
Παράλληλα, η Ελλάδα συνεχίζει να αξιοποιεί το ειδικό καθεστώς φορολογικών κινήτρων για φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στη χώρα. Το καθεστώς, το οποίο μπορεί να ισχύσει έως επτά χρόνια, στοχεύει στην προσέλκυση εξειδικευμένων στελεχών του χρηματοοικονομικού τομέα και περιλαμβάνει ευνοϊκή μεταχείριση για ορισμένες μορφές αμοιβών απόδοσης.
Ωστόσο, φορολογικοί σύμβουλοι επισημαίνουν ότι η νομοθετική παρέμβαση δεν μπορεί να υπερισχύσει των πραγματικών περιστατικών. Εάν στην πράξη η ουσιαστική διοίκηση ενός fund ασκείται από την Ελλάδα ή εάν η δραστηριότητα που αναπτύσσεται στη χώρα υπερβαίνει τα όρια των υποστηρικτικών λειτουργιών, τότε τόσο οι ελληνικές όσο και οι ξένες φορολογικές αρχές ενδέχεται να θεωρήσουν ότι έχει δημιουργηθεί φορολογική παρουσία ή ακόμη και να αμφισβητήσουν τη φορολογική κατοικία του οργανισμού.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η νέα διάταξη εκλαμβάνεται περισσότερο ως προσπάθεια παροχής κανονιστικής και φορολογικής βεβαιότητας παρά ως εισαγωγή ειδικού φορολογικού καθεστώτος. Η κυβέρνηση επιδιώκει να ευθυγραμμίσει την Ελλάδα με τις πρακτικές που εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χρηματοοικονομικές δικαιοδοσίες, διατηρώντας παράλληλα τις δικλίδες ασφαλείας που προβλέπουν οι διεθνείς φορολογικοί κανόνες και οι ευρωπαϊκές οδηγίες κατά της φοροαποφυγής.
Σύμφωνα με φορολογικούς κύκλους, από τη διατύπωση της διάταξης δεν προκύπτουν ζητήματα συμβατότητας με το ευρωπαϊκό δίκαιο περί κρατικών ενισχύσεων ή με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς, καθώς δεν προβλέπεται ειδική φορολογική μεταχείριση για τα ίδια τα επενδυτικά κεφάλαια, αλλά αποσαφήνιση των συνθηκών υπό τις οποίες η παρουσία προσωπικού και λειτουργιών στην Ελλάδα δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεταφορά της φορολογικής τους βάσης.





























