Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης σηματοδοτεί μια νέα περίοδο ακριβότερου χρήματος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με τις επιπτώσεις να γίνονται αισθητές κυρίως σε όσους διαθέτουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο ή σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε νέα χρηματοδότηση.
Στόχος της ΕΚΤ είναι να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις καθιστώντας τον δανεισμό ακριβότερο και μειώνοντας τη ζήτηση στην οικονομία. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2% και να αποτρέψει την παγίωση υψηλών αυξήσεων στις τιμές και στους μισθούς. Ωστόσο, για χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η νέα αύξηση σημαίνει ότι η εξυπηρέτηση των δανείων τους θα απαιτήσει μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ η λήψη νέας χρηματοδότησης θα γίνει ακριβότερη τους επόμενους μήνες.
Οι πρώτοι που αναμένεται να επηρεαστούν είναι οι δανειολήπτες στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο. Τα περισσότερα από αυτά είναι συνδεδεμένα με το Euribor ή με άλλα διατραπεζικά επιτόκια, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ οδηγεί σε υψηλότερη μηνιαία δόση. Αντίστοιχα, αυξημένο κόστος αναμένεται να αντιμετωπίσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται μέσω δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου ή χρησιμοποιούν γραμμές κεφαλαίου κίνησης. Επιπτώσεις θα υπάρξουν και για τους ελεύθερους επαγγελματίες που διαθέτουν επαγγελματικά δάνεια ή ανοικτές πιστώσεις, καθώς το κόστος χρηματοδότησης ενδέχεται να αυξηθεί στις επόμενες αναπροσαρμογές των συμβάσεων. Αντίθετα, όσοι έχουν δάνεια με σταθερό επιτόκιο δεν θα δουν άμεσες αλλαγές στις μηνιαίες υποχρεώσεις τους μέχρι να λήξει η περίοδος σταθερής τιμολόγησης που προβλέπει η σύμβασή τους. Ωστόσο, εάν στο μέλλον χρειαστεί αναχρηματοδότηση ή αλλαγή επιτοκίου, τότε θα επηρεαστούν από τα νέα δεδομένα της αγοράς.
Με δεδομένη την αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης (0,25%), εφόσον αυτή μετακυλιστεί πλήρως στους δανειολήπτες, τα παρακάτω είναι ενδεικτικά παραδείγματα της επιβάρυνσης:
- Στεγαστικό δάνειο 100.000 ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο και διάρκεια 20 ετών: Η μηνιαία δόση θα αυξηθεί κατά περίπου 12-14 ευρώ, δηλαδή ο δανειολήπτης θα πληρώνει περίπου 150-170 ευρώ περισσότερα τον χρόνο.
- Στεγαστικό δάνειο 150.000 ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο και διάρκεια 25 ετών: Η αύξηση της δόσης εκτιμάται στα 18-22 ευρώ τον μήνα, με ετήσια επιβάρυνση που μπορεί να ξεπεράσει τα 250 ευρώ.
- Επιχειρηματικό δάνειο 500.000 ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο: Η αύξηση κατά 0,25% συνεπάγεται περίπου 1.250 ευρώ επιπλέον τόκους ετησίως, εφόσον το υπόλοιπο του δανείου παραμένει αμετάβλητο.
- Δάνειο μικρομεσαίας επιχείρησης 250.000 ευρώ συνδεδεμένο με το Euribor: Το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης θα αυξηθεί κατά περίπου 625 ευρώ.
- Ανοικτή γραμμή χρηματοδότησης ή επαγγελματικό δάνειο 100.000 ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο: Η αύξηση των επιτοκίων μεταφράζεται σε περίπου 250 ευρώ περισσότερους τόκους ετησίως.
Περιορισμένο όφελος για τις καταθέσεις
Στον αντίποδα, οι καταθέτες δεν αναμένεται να αποκομίσουν αντίστοιχα οφέλη. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι στην ελληνική τραπεζική αγορά οι αυξήσεις στα επιτόκια των καταθέσεων είναι ιδιαίτερα περιορισμένες και μεταφέρονται με σημαντική χρονική καθυστέρηση σε σχέση με τις αυξήσεις στα επιτόκια των δανείων. Παρά τις διαδοχικές κινήσεις της ΕΚΤ, οι αποδόσεις στις καταθέσεις παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα, με το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων να κινείται μόλις στο 0,31% τον Μάρτιο του 2026, όταν το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο των νέων δανείων διαμορφωνόταν στο 4,39%.
Αυτό σημαίνει ότι το όφελος για τους αποταμιευτές είναι περιορισμένο, ενώ το κόστος για τους δανειολήπτες γίνεται αισθητό πολύ πιο γρήγορα. Το αποτέλεσμα είναι η διατήρηση ενός μεγάλου περιθωρίου μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, γεγονός που ενισχύει την κερδοφορία των τραπεζών αλλά αφήνει τους καταθέτες με χαμηλές αποδόσεις παρά τη γενικότερη άνοδο των επιτοκίων στην ευρωζώνη.



























