Στις διεθνείς αγορές προσέφυγε εκ νέου το Ελληνικό Δημόσιο ανοίγοντας το βιβλίο προσφορών για την επανέκδοση του υφιστάμενου δεκαετούς ομολόγου λήξης 16 Ιουνίου 2036, επιδιώκοντας να αντλήσει πρόσθετη ρευστότητα και ταυτόχρονα να ενισχύσει τη διαπραγματευσιμότητα του συγκεκριμένου τίτλου στη δευτερογενή αγορά.
Η επανέκδοση αφορά το ομόλογο με κουπόνι 3,375%, το οποίο διαθέτει ήδη ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους 4,55 δισ. ευρώ, ενώ ο διακανονισμός της συναλλαγής έχει προγραμματιστεί για τις 17 Ιουνίου 2026. Η επιλογή της εν λόγω μεθόδου επιτρέπει στον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να αυξήσει το μέγεθος ενός ήδη υφιστάμενου τίτλου, βελτιώνοντας τη ρευστότητά του χωρίς να δημιουργεί νέα γραμμή χρέους.
Οι αρχικές ενδείξεις τιμολόγησης τοποθετούνται στις 71 μονάδες βάσης πάνω από το mid-swap (MS+71 μ.β.), επίπεδο που μεταφράζεται σε απόδοση κοντά στο 3,8%. Πρόκειται για τιμολόγηση που βρίσκεται πολύ κοντά στη δευτερογενή αγορά, καθώς η απόδοση του υφιστάμενου ελληνικού δεκαετούς ομολόγου διαμορφωνόταν στο 3,758% μία ημέρα πριν από την έκδοση, γεγονός που υποδηλώνει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεώνεται να προσφέρει σημαντικό premium προκειμένου να προσελκύσει επενδυτές.
Η συναλλαγή χαρακτηρίζεται ως benchmark size, γεγονός που σημαίνει ότι το τελικό ύψος της έκδοσης θα διαμορφωθεί ανάλογα με τη ζήτηση που θα εκδηλωθεί από τους επενδυτές. Σε περιπτώσεις ισχυρής υπερκάλυψης, ο ΟΔΔΗΧ έχει τη δυνατότητα να αυξήσει το αντλούμενο ποσό, εκμεταλλευόμενος το ευνοϊκό επενδυτικό κλίμα και μειώνοντας το κόστος χρηματοδότησης.
Ανάδοχοι της έκδοσης είναι οι Alpha Bank, Barclays, Citi, Commerzbank, Nomura και Societe Generale, οι οποίες θα αναλάβουν τη διάθεση του τίτλου σε θεσμικούς επενδυτές παγκοσμίως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα των ελληνικών ομολόγων σήμερα σε σύγκριση με τους ευρωπαϊκούς τίτλους. Το spread του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού Bund διαμορφώνεται στις 70 μονάδες βάσης, οριακά χαμηλότερα από το αντίστοιχο της Ιταλίας.
Η επανέκδοση εντάσσεται στη συνολική στρατηγική ενεργητικής διαχείρισης του δημόσιου χρέους, με στόχο όχι μόνο την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών αλλά και τη διατήρηση της συνεχούς παρουσίας της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας, καθώς οι προβολές δείχνουν περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους στο 136,8% του ΑΕΠ το 2026 από 146,1% το 2025 και διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων, στοιχεία που λειτουργούν υποστηρικτικά για τη διαμόρφωση ευνοϊκών όρων δανεισμού.





























