Διαφοροποιήσεις προβλέπει η φορολογική νομοθεσία ως προς την επιβολή τελών χαρτοσήμου κατά την εξόφληση προστίμων, με βασικό κριτήριο το εάν το πρόστιμο αποτελεί παρεπόμενο κύριας φορολογικής οφειλής ή αν έχει αυτοτελή χαρακτήρα.
Σύμφωνα με πάγια διοικητική ερμηνεία, όπως έχει αποτυπωθεί στις εγκυκλίους ΠΟΛ 9/1978 και ΠΟΛ 1004/1998, τα αποδεικτικά καταβολής προσαυξήσεων και προστίμων απαλλάσσονται από τέλη χαρτοσήμου μόνο όταν αυτά συνδέονται άμεσα με κύρια φορολογική υποχρέωση. Πρόκειται δηλαδή για πρόστιμα και προσαυξήσεις που λειτουργούν ως παρακολούθημα βασικής οφειλής προς το Δημόσιο, όπως φόροι, τέλη, εισφορές, δικαιώματα ή δασμοί.
Για παράδειγμα, προσαύξηση που επιβάλλεται λόγω εκπρόθεσμης πληρωμής φόρου ή διοικητικό πρόστιμο που συνοδεύει φορολογική παράβαση και συνδέεται με κύρια φορολογική οφειλή δεν επιβαρύνεται με χαρτόσημο κατά την εξόφλησή του.
Αντίθετα, διαφορετική είναι η μεταχείριση για τα αυτοτελή πρόστιμα, δηλαδή εκείνα που δεν αποτελούν παρεπόμενο φορολογικής υποχρέωσης. Με βάση το άρθρο 15 παρ. 19 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου και την εγκύκλιο ΠΟΛ 1125/2015, τα πρόστιμα αυτά υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου 2%, ενώ επιβάλλεται επιπλέον εισφορά υπέρ ΟΓΑ 20% επί του χαρτοσήμου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλεται για παραβίαση του νόμιμου χρόνου παραμονής αλλοδαπού στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την εγκύκλιο ΔΕΕΦ Β 1114609/24.7.2018, το συγκεκριμένο πρόστιμο θεωρείται αυτοτελές, καθώς δεν συνδέεται με κύρια φορολογική οφειλή ούτε εισπράττεται μέσω ειδικού εντύπου (παραβόλου) του Δημοσίου.
Έτσι, εάν επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο ύψους 1.000 ευρώ για υπέρβαση του χρόνου παραμονής, κατά την εξόφλησή του θα προστεθεί χαρτόσημο 2% ή 20 ευρώ, ενώ επί αυτού θα υπολογιστεί και εισφορά ΟΓΑ 20%, δηλαδή επιπλέον 4 ευρώ. Συνεπώς, το συνολικό ποσό πληρωμής διαμορφώνεται στα 1.024 ευρώ.































