Σημαντικό μήνυμα για την τήρηση των διαδικασιών κατά τη διάρκεια των φορολογικών ελέγχων εκπέμπει πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία εξέτασε υπόθεση ελέγχου του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.Φ.) σε βάρος ζευγαριού φορολογουμένων για τις χρήσεις 2020 και 2021.
Παρότι ο φορολογικός έλεγχος είχε καταλήξει σε διαπιστώσεις για αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, αποκλίσεις σε δηλωθέντα εισοδήματα και αδήλωτα εισοδήματα από ακίνητη περιουσία, το κρίσιμο σημείο που βρέθηκε στο επίκεντρο της εξέτασης από τη ΔΕΔ δεν αφορούσε την ουσία των φορολογικών ευρημάτων αλλά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τις ελεγκτικές αρχές πριν από την έκδοση των οριστικών καταλογιστικών πράξεων.
Η υπόθεση έφθασε στη ΔΕΔ έπειτα από ενδικοφανή προσφυγή των φορολογουμένων, οι οποίοι αμφισβήτησαν σειρά σημείων του πορίσματος του ελέγχου. Μεταξύ των ισχυρισμών που προέβαλαν, ξεχώρισε η ένσταση σχετικά με τη μεταβολή της αξιολόγησης συγκεκριμένων τραπεζικών πιστώσεων κατά τη διάρκεια της ελεγκτικής διαδικασίας.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξαν, το αρχικό Σημείωμα Διαπιστώσεων που τους είχε κοινοποιηθεί από το Κ.Ε.ΜΕ.Φ. περιλάμβανε τραπεζικές συναλλαγές οι οποίες είχαν χαρακτηριστεί ως επαρκώς αιτιολογημένες. Ωστόσο, κατά την ολοκλήρωση του ελέγχου και πριν από την έκδοση των οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού, οι ίδιες συναλλαγές αντιμετωπίστηκαν τελικά ως μη δικαιολογημένες και ενσωματώθηκαν στην αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη.
Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι η μεταβολή αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς να ενημερωθούν εκ νέου και χωρίς να τους δοθεί η δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους ή να προσκομίσουν πρόσθετα στοιχεία και διευκρινίσεις. Κατά την άποψή τους, η πρακτική αυτή παραβίαζε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και τις προβλεπόμενες εγγυήσεις της φορολογικής διαδικασίας.
Η ΔΕΔ υιοθέτησε εν μέρει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, κρίνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση το Κ.Ε.ΜΕ.Φ. όφειλε να προχωρήσει στην έκδοση συμπληρωματικού Σημειώματος Διαπιστώσεων πριν από την οριστικοποίηση των καταλογισμών.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, όταν κατά τη διάρκεια της ελεγκτικής διαδικασίας μεταβάλλεται ουσιωδώς η κρίση της φορολογικής αρχής και εισάγονται νέα επιβαρυντικά στοιχεία ή αλλάζει ο χαρακτηρισμός συναλλαγών που είχαν αρχικά θεωρηθεί αιτιολογημένες, απαιτείται νέα ενημέρωση του φορολογουμένου. Η διαδικασία αυτή εξυπηρετεί την προστασία του δικαιώματος ακρόασης και διασφαλίζει ότι ο ελεγχόμενος έχει τη δυνατότητα να αντικρούσει εγκαίρως τα νέα δεδομένα.






























