Πτωτική πορεία καταγράφουν την Τρίτη οι διεθνείς τιμές πετρελαίου, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλά επίπεδα άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι, εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και έντονων διακυμάνσεων στις αγορές ενέργειας.
Ειδικότερα, το αργό πετρέλαιο διαμορφώνεται στα 104,39 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας απώλειες 2,03 δολαρίων ή 1,91%. Την ίδια στιγμή, το Μπρεντ υποχωρεί στα 113,25 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας πτώση 1,19 δολαρίων ή 1,04%. Παρά τη σημερινή διόρθωση, οι τιμές παραμένουν σε επίπεδα που αντανακλούν την ένταση στις διεθνείς αγορές και τον αυξημένο κίνδυνο διαταραχών στην προσφορά.
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται εκ νέου η Μέση Ανατολή, όπου η εύθραυστη ισορροπία δείχνει να διαταράσσεται. Η λεγόμενη «αόριστης διάρκειας» κατάπαυση του πυρός που είχε προτείνει ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να δοκιμάζεται στην πράξη, καθώς τα γεγονότα στο πεδίο διαψεύδουν τις προσδοκίες για αποκλιμάκωση.
Η ένταση κλιμακώθηκε όταν το Ιράν εξαπέλυσε επιθέσεις κατά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, προκαλώντας ανησυχία για ευρύτερη ανάφλεξη στην περιοχή. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν ότι προχώρησαν στη βύθιση έξι ιρανικών σκαφών στο Στενό του Ορμούζ, έναν κρίσιμο ενεργειακό διάδρομο από τον οποίο διέρχεται σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Η ρητορική της Ουάσιγκτον παραμένει ιδιαίτερα σκληρή. Ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε ότι το Ιράν θα «εξαφανιστεί από τον χάρτη» σε περίπτωση που στοχοποιήσει αμερικανικά πλοία που συνοδεύουν εμπορικά φορτία στην περιοχή. Παράλληλα, απηύθυνε έκκληση προς τη Νότια Κορέα να συνδράμει στις αμερικανικές επιχειρήσεις, επικαλούμενος επίθεση σε νοτιοκορεατικό εμπορικό πλοίο, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μέχρι στιγμής επίσημη επιβεβαίωση από τη Σεούλ.
Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν την αβεβαιότητα στις αγορές, καθώς οι επενδυτές παρακολουθούν με ανησυχία τον κίνδυνο διαταραχών στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα ενέργειας. Παρά τη σημερινή υποχώρηση των τιμών, η συνολική εικόνα παραμένει εύθραυστη, με τους αναλυτές να προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών και να επιβαρύνει την ήδη πιεσμένη παγκόσμια οικονομία.

























