Στα 114,24 δισ. ευρώ διαμορφώθηκε το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο προς την Εφορία στο τέλος Ιανουαρίου 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 3,67 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025.
Από το σύνολο των οφειλών, ποσοστό 30,69%, δηλαδή 35,06 δισ. ευρώ, αφορά οφειλές που έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτες είσπραξης, ενώ σημαντικό μέρος της αύξησης των ανεπίδεκτων συνδέεται και με οφειλή ύψους 5,51 δισ. ευρώ από πρόστιμα ΚΒΣ ενός οφειλέτη, η οποία χαρακτηρίστηκε ως ανεπίδεκτη είσπραξης τον Νοέμβριο του 2025.
Η αύξηση του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προκύπτει από νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 9,97 δισ. ευρώ και από ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 2,21 δισ. ευρώ που αφορούσαν παλαιότερες περιόδους αλλά βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα, ενώ από την άλλη πλευρά εισπράξεις και διαγραφές έφτασαν συνολικά τα 8,51 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και την παράλληλη αύξηση των ανεπίδεκτων είσπραξης.
Από την ποιοτική διάρθρωση του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προκύπτει ότι το 66,32%, που αντιστοιχεί σε 52,52 δισ. ευρώ, αφορά φορολογικές οφειλές, ενώ σημαντικό μέρος προέρχεται από πρόστιμα, φορολογικά και μη, τα οποία φτάνουν τα 17,59 δισ. ευρώ και αντιστοιχούν στο 22,22% του υπολοίπου. Οι μη φορολογικές οφειλές, όπως δάνεια, δικαστικά έξοδα και καταλογισμοί, ανέρχονται σε 9,07 δισ. ευρώ και αποτελούν το 11,46% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου. Από τις φορολογικές οφειλές, 8,13 δισ. ευρώ προέρχονται από αφερέγγυους οφειλέτες και 16,99 δισ. ευρώ από οφειλές με λήξη δόσεων πέραν της τελευταίας δεκαετίας, με αποτέλεσμα να απομένουν 27,39 δισ. ευρώ οφειλών από τις οποίες προέρχεται σχεδόν το σύνολο των εισπράξεων, δηλαδή το 89,92%. Με άλλα λόγια, σχεδόν όλες οι εισπράξεις προέρχονται από μόλις το 34,60% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Αναλύοντας τις φορολογικές οφειλές, προκύπτει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό αφορά τον ΦΠΑ, με οφειλές 24,79 δισ. ευρώ και ποσοστό 47,21%, ενώ ακολουθεί ο φόρος εισοδήματος με ποσοστό 42,31%. Οι φόροι στην περιουσία καταγράφουν σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό, 5,29%, με οφειλές ύψους 2,78 δισ. ευρώ.
Όσον αφορά τον αριθμό των οφειλετών, στο τέλος Ιανουαρίου 2026 καταγράφηκε μείωση κατά 76.777 πρόσωπα σε σχέση με το 2025, με το σύνολο να διαμορφώνεται σε 3.764.592 οφειλέτες. Η μείωση προέρχεται κυρίως από τις χαμηλές κατηγορίες οφειλής έως 3.000 ευρώ, γεγονός που πιθανόν συνδέεται και με την αύξηση των δόσεων του ΕΝΦΙΑ. Παρά τη μείωση των μικρών οφειλών, το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο αυξάνεται στις υψηλότερες κατηγορίες οφειλής, με τη μεγαλύτερη αύξηση να καταγράφεται στις οφειλές άνω του 1,5 εκατ. ευρώ.
Η κατανομή των οφειλών δείχνει ότι το 96,48% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προέρχεται από οφειλές άνω των 10.000 ευρώ. Στην κατηγορία οφειλών άνω του 1 εκατ. ευρώ συγκεντρώνεται το 75,53% του συνολικού χρέους, ενώ οι οφειλέτες αυτής της κατηγορίας αποτελούν μόλις το 0,27% του συνόλου. Αντίθετα, το 89,16% των οφειλετών έχει οφειλές έως 10.000 ευρώ, αλλά το χρέος τους αντιστοιχεί μόλις στο 3,52% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Σε ό,τι αφορά τη διάκριση μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων, οι οφειλές των φυσικών προσώπων ανέρχονται σε 43,48 δισ. ευρώ και αποτελούν το 38,07% του συνόλου, ενώ οι οφειλές των νομικών προσώπων φτάνουν τα 70,75 δισ. ευρώ, δηλαδή το 61,93% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου. Στις χαμηλές κατηγορίες οφειλών κυριαρχούν τα φυσικά πρόσωπα, ενώ όσο αυξάνεται το ύψος της οφειλής αυξάνεται και η συμμετοχή των νομικών προσώπων, τα οποία στην κατηγορία οφειλών άνω του 1 εκατ. ευρώ συμμετέχουν κατά 70,15%.
Τέλος, όσον αφορά τη ρύθμιση οφειλών, μόλις το 6,65% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου βρίσκεται σε καθεστώς ρύθμισης, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 5,26 δισ. ευρώ, με τα υψηλότερα ποσοστά ρύθμισης να εντοπίζονται στις οφειλές από 10.000 έως 100.000 ευρώ, ενώ ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά ρύθμισης καταγράφονται τόσο σε πολύ χαμηλές όσο και σε πολύ υψηλές οφειλές.





























