Περίπου 4.500 έως 5.000 αστικές πυρκαγιές ηλεκτρικής αιτίας εκτιμάται ότι σημειώνονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, σε ένα περιβάλλον όπου οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις των κτηρίων παραμένουν σε μεγάλο βαθμό γερασμένες και ασύμβατες με τις σύγχρονες ανάγκες. Την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφεται σχεδόν ανά λεπτό ένα περιστατικό πυρκαγιάς ή τραυματισμού που συνδέεται με ηλεκτρική αστοχία, γεγονός που αναδεικνύει τη διάσταση του προβλήματος ως ζήτημα δημόσιας ασφάλειας και υγείας.
Σύμφωνα με το Ελληνικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων (ΕΛΙΤΗΕ) παρά τη ραγδαία τεχνολογική πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών, οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες - και ιδιαίτερα στην Ελλάδα - δεν έχουν εξελιχθεί με τον ίδιο ρυθμό. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές στατιστικές και τεχνικές μελέτες, η ηλικία των κτηρίων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το επίπεδο ηλεκτρικής ασφάλειας των ενοίκων και χρηστών τους. Οι σύγχρονες κατοικίες και επαγγελματικοί χώροι καλούνται να υποστηρίξουν αυξημένα και απαιτητικά ηλεκτρικά φορτία, όπως κλιματιστικά, αντλίες θερμότητας, φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων και φωτοβολταϊκά συστήματα, ενώ οι περισσότερες εγκαταστάσεις έχουν σχεδιαστεί για έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής και λειτουργούν πλέον στα όριά τους ή και πέρα από αυτά.
Η ελληνική πραγματικότητα επιβαρύνεται από το γεγονός ότι το κτηριακό απόθεμα της χώρας είναι ιδιαίτερα παλαιό. Έως το 2020 καταγράφονταν περίπου 6,5 εκατομμύρια ηλεκτρικές παροχές σε κατοικίες, εκ των οποίων το 85,7% αφορά κτήρια που κατασκευάστηκαν πριν από το 1990, ενώ πάνω από 2,6 εκατομμύρια κατοικίες, δηλαδή ποσοστό 42,1%, είναι άνω των 50 ετών. Η παλαιότητα αυτή, σε συνδυασμό με τη σημαντικά αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας των σύγχρονων νοικοκυριών, δημιουργεί συνθήκες αυξημένου κινδύνου για ηλεκτροπληξία και πυρκαγιές.
Σε μεγάλο μέρος των ελληνικών κτηρίων, ιδίως εκείνων που κατασκευάστηκαν τη δεκαετία του ’80 και του ’90, καταγράφονται σοβαρές ελλείψεις. Πολλές εγκαταστάσεις δεν διαθέτουν σύγχρονες διατάξεις διαφορικού ρεύματος ή φέρουν παλαιού τύπου εξοπλισμό που δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές καταναλώσεις.
Σε αρκετές περιπτώσεις απουσιάζει αξιόπιστη γείωση, ενώ οι καλωδιώσεις είναι παλαιές, με μονώσεις μειωμένης αντοχής και ανεπαρκή μηχανική προστασία. Η έλλειψη επαρκών ρευματοδοτών οδηγεί σε εκτεταμένη χρήση πολύπριζων, αυξάνοντας τον κίνδυνο υπερφόρτωσης και ανάφλεξης, ενώ συχνά απουσιάζει ο τακτικός επανέλεγχος των εγκαταστάσεων, οι οποίες δεν έχουν ελεγχθεί ποτέ από την αρχική τους ηλεκτροδότηση.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές εκτιμήσεις κινδύνου, οι ηλεκτρικές πυρκαγιές δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα αλλά προκύπτουν από συγκεκριμένες αιτίες, όπως η υπερφόρτωση κυκλωμάτων, οι ελαττωματικές συνδέσεις και το ηλεκτρικό τόξο, οι φθορές καλωδίων και μονωτικών υλικών, καθώς και παρεμβάσεις από μη εξειδικευμένα άτομα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καταγράφονται ετησίως πάνω από 270.000 αστικές πυρκαγιές ηλεκτρικής αιτίας, με περισσότερες από 1.000 απώλειες ζωών και εκατομμύρια τραυματισμούς, ενώ το συνολικό οικονομικό κόστος εκτιμάται σε 6 - 7 δισ. ευρώ.
Η ελληνική νομοθεσία προβλέπει υποχρεωτικούς αρχικούς και τακτικούς ελέγχους των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, οι οποίοι πιστοποιούνται μέσω της Υπεύθυνης Δήλωσης Εγκαταστάτη. Η ΥΔΕ αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο πρόληψης, καθώς βεβαιώνει ότι η εγκατάσταση έχει ελεγχθεί, δοκιμαστεί και κριθεί ασφαλής. Η ευθύνη για την έγκαιρη επανέκδοσή της ανήκει στον ιδιοκτήτη, ενώ ο ηλεκτρολόγος ελεγκτής οφείλει να εντοπίζει και να τεκμηριώνει κάθε επικίνδυνη αστοχία πριν από την έκδοσή της. Παρά ταύτα, η εποπτεία από το κράτος για την τήρηση των προβλεπόμενων υποχρεώσεων παραμένει περιορισμένη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τίθεται επιτακτικά η ανάγκη αναβάθμισης των παλαιών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων. Οι τεχνικοί φορείς προτείνουν μέτρα όπως η αντικατάσταση παλαιών διατάξεων προστασίας, η ενίσχυση της γείωσης, η ανανέωση καλωδιώσεων, ο ανασχεδιασμός κυκλωμάτων για τα σύγχρονα φορτία, καθώς και η εγκατάσταση πρόσθετων συστημάτων πυροπροστασίας και ανίχνευσης σφαλμάτων. Σε πολλές περιπτώσεις, οι παρεμβάσεις αυτές ενδέχεται να οδηγούν ακόμη και σε πλήρη αντικατάσταση της ηλεκτρικής εγκατάστασης.
Κεντρική πρόταση αποτελεί η ένταξη των αναβαθμίσεων ηλεκτρικών εγκαταστάσεων σε προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, όπως το «Εξοικονομώ», ή η δημιουργία ειδικής δράσης με στοχευμένες επιδοτήσεις για τον εκσυγχρονισμό κρίσιμων υποδομών. Παράλληλα, προτείνονται φορολογικά κίνητρα, ειδικά προγράμματα κοινωνικής προστασίας για ευάλωτες ομάδες, αντιμετώπιση του ελέγχου ασφάλειας της κατοικίας ως ζήτημα δημόσιας υγείας και μειωμένα ασφάλιστρα για κτήρια με συχνότερους ελέγχους.





























