Το θεσμικό κενό γύρω από την εγκατάσταση ενδοκτιριακών δικτύων οπτικών ινών εξελίσσεται σε έναν από τους βασικούς λόγους χάους τόσο στις πολυκατοικίες όσο και στην ίδια την αγορά τηλεπικοινωνιών. Παρότι η πολιτεία έχει θεσπίσει τεχνικούς κανόνες για το πώς πρέπει να κατασκευάζονται σύγχρονες και «ουδέτερες» υποδομές, αποφεύγει να ρυθμίσει ένα κρίσιμο σημείο: ποιος και με ποιους όρους μπορεί να τις χρησιμοποιεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα θολό τοπίο, όπου ο καθένας ερμηνεύει τον νόμο όπως τον συμφέρει.
Στην πράξη, ο πρώτος πάροχος που περνά οπτική ίνα σε μια πολυκατοικία αποκτά σημαντικό πλεονέκτημα. Αν και η κάθετη καλωδίωση έχει σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να εξυπηρετήσει περισσότερους από έναν παρόχους, δεν υπάρχει ρητή υποχρέωση να τη μοιραστεί. Έτσι, χωρίς να παραβιάζει τυπικά τον νόμο, μπορεί να λειτουργεί σαν «ιδιοκτήτης» της υποδομής, μπλοκάροντας ή δυσκολεύοντας την είσοδο ανταγωνιστών. Μια υποδομή που φτιάχτηκε για να είναι κοινή, καταλήγει εργαλείο αποκλεισμού.
Αυτό το κενό φαίνεται ξεκάθαρα στις πολυκατοικίες. Όταν ένας δεύτερος πάροχος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την υπάρχουσα καλωδίωση, συχνά επιλέγει να εγκαταστήσει νέα. Έτσι, στους ίδιους κοινόχρηστους χώρους αρχίζουν να εμφανίζονται περισσότερα κουτιά, σωλήνες και καλώδια, το ένα δίπλα στο άλλο. Οι ένοικοι βλέπουν τις εισόδους, τα κλιμακοστάσια και τα υπόγεια να γεμίζουν εγκαταστάσεις, χωρίς ενιαίο σχεδιασμό και πολλές φορές με προχειρότητα. Η αισθητική υποβαθμίζεται και αυξάνεται ο φόβος για κακοτεχνίες ή ζημιές.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο θέμα εικόνας. Δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Οι μεγάλοι και παλαιότεροι πάροχοι, που έχουν ήδη παρουσία και συνεργασίες, βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση. Οι νεότεροι ή μικρότεροι παίκτες καλούνται να επενδύσουν ξανά σε υποδομές που, θεωρητικά, θα έπρεπε να είναι κοινές. Αυτό αυξάνει το κόστος, καθυστερεί την ανάπτυξη και τελικά περιορίζει τις επιλογές των καταναλωτών.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν οι υποδομές αυτές χρηματοδοτούνται, έστω και εν μέρει, με δημόσιο χρήμα. Παρά την κρατική ενίσχυση, δεν προβλέπονται σαφείς όροι ανοικτής πρόσβασης. Έτσι, υποδομές που πληρώνονται από όλους μπορούν να χρησιμοποιούνται για να «κλειδώνουν» κτίρια σε έναν πάροχο, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη λογική του δημόσιου συμφέροντος.
Παράλληλα, το νομοθετικό κενό πυροδοτεί εντάσεις μέσα στις ίδιες τις πολυκατοικίες. Διαχειριστές και ιδιοκτήτες καλούνται να αποφασίσουν για αλλεπάλληλες αιτήσεις εγκατάστασης, χωρίς ξεκάθαρους κανόνες. Άλλοι ένοικοι φοβούνται την αλλοίωση των κοινόχρηστων χώρων, άλλοι ζητούν περισσότερες επιλογές παρόχων, ενώ συχνά ξεσπούν διαφωνίες για το ποιος φέρει την ευθύνη σε περίπτωση ζημιών. Γενικές συνελεύσεις, αντιπαραθέσεις και προσφυγές γίνονται καθημερινό φαινόμενο.
Παραδείγματα από πολυκατοικίες
Ενδεικτικές είναι περιπτώσεις που έχουν καταγγελθεί στο Dnews.gr από πολίτες, διαχειριστές και επαγγελματίες της αγοράς:
Σε μια περίπτωση, κάτοικοι πολυκατοικίας στο κέντρο της Αθήνας κατήγγειλαν ότι, μετά την εγκατάσταση οπτικής ίνας από συγκεκριμένο πάροχο, ενημερώθηκαν πως δεν μπορούν να επιλέξουν εναλλακτική εταιρεία χωρίς νέα έργα στο κτίριο. Σύμφωνα με την καταγγελία, ο δεύτερος πάροχος που απευθύνθηκαν αρνήθηκε να προχωρήσει σε σύνδεση, επικαλούμενος αδυναμία χρήσης της υπάρχουσας κάθετης καλωδίωσης. Λίγους μήνες αργότερα, τρίτη εταιρεία ζήτησε άδεια για νέα εγκατάσταση, προκαλώντας αντιδράσεις από ενοίκους που δεν ήθελαν «άλλο ένα κουτί στο κλιμακοστάσιο». Το θέμα έφτασε μέχρι καταγγελία στην αρμόδια αρχή, χωρίς άμεση λύση, καθώς δεν υπάρχει σαφής πρόβλεψη για κοινή χρήση των υποδομών.
Σε δεύτερη περίπτωση, διαχειριστής πολυκατοικίας στα βόρεια προάστια περιέγραψε ότι το κτίριο έχει πλέον τρεις διαφορετικές κάθετες οπτικών ινών. Όπως ανέφερε, κάθε φορά που ένοικος ζητούσε σύνδεση με νέο πάροχο, η απάντηση ήταν ότι «δεν γίνεται χρήση της υπάρχουσας εγκατάστασης». Το αποτέλεσμα ήταν διαδοχικές παρεμβάσεις σε κοινόχρηστους χώρους, με τρύπες, εξωτερικές σωληνώσεις και πρόχειρες λύσεις. Κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν ότι δεν υπήρξε ποτέ σαφής ενημέρωση ούτε ενιαία απόφαση της γενικής συνέλευσης, ενώ κάποιοι μίλησαν ανοιχτά για «μπάχαλο» που κανείς δεν αναλαμβάνει να αποκαταστήσει.



























