Η γέννηση του «έθνους-κράτους» αναφέρεται στην ιστορική μετάβαση από αυτοκρατορίες με πολλές διαφορετικές εθνοτικές ομάδες και φεουδαρχικά συστήματα σε ένα πολιτικό μοντέλο όπου ένα κράτος (μια κυρίαρχη πολιτική οντότητα) ταυτίζεται με ένα έθνος (έναν λαό που μοιράζεται μια κοινή κουλτούρα, γλώσσα και ιστορία).
Η Ειρήνη της Βεστφαλίας (1648) θεωρείται κομβικό σημείο στην ιστορία της διεθνούς πολιτικής, γιατί άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το κράτος, την κυριαρχία και τις διεθνείς σχέσεις.
Στη σύγχρονη ξενόγλωσση βιβλιογραφία, η Ειρήνη της Βεστφαλίας αντιμετωπίζεται όχι απλώς ως το τέλος του Τριακονταετούς Πολέμου, αλλά ως συμβολικό και θεσμικό σημείο καμπής στη μετάβαση από τον μεσαιωνικό κόσμο των αυτοκρατοριών σε ένα σύστημα κυρίαρχων κρατών.
Ιστορικοί και θεωρητικοί συμφωνούν ότι η σημασία της δεν έγκειται τόσο στις εδαφικές ρυθμίσεις, όσο στη νέα αντίληψη περί πολιτικής εξουσίας που εδραιώνεται. Η εξουσία συγκεντρώνεται στο κράτος και ασκείται εντός σαφώς ορισμένων συνόρων.
Πριν από το 1648, η Ευρώπη χαρακτηριζόταν από επικαλυπτόμενες εξουσίες. Ο αυτοκράτορας, ο πάπας, οι τοπικοί ηγεμόνες και οι φεουδάρχες ασκούσαν εξουσία χωρίς σαφή ιεραρχία και χωρίς απόλυτο έλεγχο επί της επικράτειας. Η Βεστφαλία δεν κατήργησε αυτόν τον κόσμο από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά νομιμοποίησε την αρχή ότι κάθε πολιτική οντότητα έχει το δικαίωμα να κυβερνά ανεμπόδιστα εντός των συνόρων της. Αυτό αποτελεί τον πυρήνα της λεγόμενης «βεστφαλιανής κυριαρχίας».
Κεντρικό στοιχείο της Βεστφαλίας,, όπως αναδεικνύεται στη διεθνή θεωρία, είναι η αρχή της μη επέμβασης. Τα κράτη αναγνωρίζονται ως αποκλειστικά αρμόδια να ρυθμίζουν τις εσωτερικές τους υποθέσεις, θρησκεία, διοίκηση, νομοθεσία. Η αρχή αυτή γεννήθηκε σε έναν κόσμο θρησκευτικών πολέμων και στόχευε στη σταθερότητα.
Η Γαλλική Επανάσταση (1789) θεωρείται η στιγμή κατά την οποία το κράτος παύει να νοείται ως ιδιοκτησία ενός μονάρχη και μετασχηματίζεται σε πολιτική οντότητα που ανήκει στο έθνος, δηλαδή στο λαό. Σε αντίθεση με τη Βεστφαλία, που θεμελίωσε την κρατική κυριαρχία, η Γαλλική Επανάσταση επανεφηύρε το νόημα της πολιτικής νομιμοποίησης δηλαδή ότι η εξουσία πηγάζει από το έθνος και ασκείται στο όνομά του.
Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, το κράτος αντιμετωπιζόταν κυρίως ως δυναστική ιδιοκτησία, συνδεδεμένη με το πρόσωπο του μονάρχη. Η Επανάσταση εισάγει μια νέα αρχή πολιτικής νομιμοποίησης ήτοι, η κυριαρχία δεν ανήκει πλέον στον βασιλιά, αλλά στο έθνος δηλαδή στο σύνολο των πολιτών. Το κράτος μετασχηματίζεται σε θεσμική έκφραση της λαϊκής βούλησης και η έννοια του πολίτη αντικαθιστά οριστικά εκείνη του υπηκόου.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας αυτής πολιτικής πραγματικότητας παίζει η μαζική στράτευση. Για πρώτη φορά, ο πόλεμος δεν αφορά μόνο επαγγελματικούς στρατούς, αλλά ολόκληρο το λαό. Η υπεράσπιση του κράτους παρουσιάζεται ως κοινή ευθύνη όλων των πολιτών. Μέσα από τη συμμετοχή τους στον στρατό, οι άνθρωποι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι ανήκουν σε ένα κοινό σύνολο, σε ένα έθνος, του οποίου η ύπαρξη και η ασφάλεια εξαρτώνται και από τη δική τους δράση.
Την ίδια περίοδο, η Γαλλική Επανάσταση και αργότερα το κράτος του Ναπολέοντα χρησιμοποιούν το δημόσιο σχολείο για να ενώσουν τον πληθυσμό. Όλοι μαθαίνουν την ίδια γλώσσα, τα ίδια μαθήματα και την ίδια ιστορία. Έτσι, άνθρωποι από διαφορετικές περιοχές αρχίζουν να αισθάνονται ότι ανήκουν στο ίδιο έθνος. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος δεν διοικεί απλώς τη χώρα, αλλά βοηθά ενεργά στη δημιουργία μιας κοινής εθνικής ταυτότητας, πάνω στην οποία στηρίζεται το σύγχρονο έθνος-κράτος.
Ο 19ος αιώνας είναι η περίοδος κατά την οποία το έθνος-κράτος παύει να είναι θεωρητική ιδέα και γίνεται συγκεκριμένη πολιτική πραγματικότητα. Οι ενοποιήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, στα μέσα και τέλη του αιώνα, δείχνουν πώς διάσπαρτα κρατίδια και ηγεμονίες ενώνονται σε ενιαία κράτη, με βάση την κοινή γλώσσα, τον πολιτισμό και την αίσθηση κοινής καταγωγής.
Αυτές οι ενοποιήσεις αναδιαμόρφωσαν την Ευρώπη, δημιουργώντας νέα ισχυρά κράτη από διαφορετικές ηγεμονίες και θέτοντας τα πρότυπα για τα σύγχρονα έθνη-κράτη, υπό την επίδραση ηγετών όπως ο Τζιουζέπε Γκαριμπάλντι στην Ιταλία και ο Όττο φον Μπίσμαρκ στη Γερμανία.
Ξένοι μελετητές τονίζουν ότι αυτές οι ενοποιήσεις δεν ήταν φυσικές ή αυτόματες, αλλά πολιτικά οργανωμένες. Η εκπαίδευση, ο στρατός και η διοίκηση χρησιμοποιήθηκαν για να μετατραπούν οι τοπικές ταυτότητες σε ενιαία εθνική συνείδηση. Το έθνος-κράτος του 19ου αιώνα είναι, επομένως, αποτέλεσμα συνδυασμού πολιτικής ισχύος και πολιτισμικής ενοποίησης, και όχι απλώς «ξύπνημα» ενός προϋπάρχοντος έθνους.
Στον 20ο αιώνα, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κατάρρευση των πολυεθνικών αυτοκρατοριών (Οθωμανικής, Αυστροουγγρικής, Ρωσικής) επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Στη διεθνή βιβλιογραφία, η περίοδος αυτή περιγράφεται ως μαζική αναδιάταξη του χάρτη με βάση το έθνος-κράτος. Νέα κράτη δημιουργούνται στο όνομα της εθνικής αυτοδιάθεσης, αν και συχνά τα σύνορα δεν αντιστοιχούν πλήρως στις εθνοτικές πραγματικότητες. Έτσι, το έθνος-κράτος καθιερώνεται ως κυρίαρχο πρότυπο, αλλά ταυτόχρονα γεννά νέες εντάσεις και συγκρούσεις, που θα σημαδέψουν τον 20ο αιώνα.
Το έθνος-κράτος σταδιακά δεν αντιμετωπίζεται ως «φυσική» ή αυτονόητη μορφή πολιτικής οργάνωσης, αλλά ως ιστορικό και κοινωνικό κατασκεύασμα. Εξακολουθεί να στηρίζεται στην αρχή της κυριαρχίας και των συνόρων, όμως η εθνική ταυτότητα δεν θεωρείται δεδομένη. Διαμορφώνεται και αναπαράγεται μέσα από θεσμούς, όπως η εκπαίδευση, τα μέσα ενημέρωσης και το πολιτικό σύστημα. Το έθνος λειτουργεί ως πλαίσιο νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας, αλλά δεν ταυτίζεται πάντα με μια ενιαία πολιτισμική ταυτότητα.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το έθνος-κράτος καθιερώνεται παγκόσμια ως το κυρίαρχο μοντέλο ιδίως μέσα από τις διαδικασίες αποαποικιοποίησης. Ωστόσο, η ξένη βιβλιογραφία επισημαίνει ότι πολλά νέα κράτη δημιουργήθηκαν σε εδάφη με έντονη εθνοτική και πολιτισμική ποικιλομορφία.
Έτσι, το σύγχρονο έθνος-κράτος συχνά καλείται να κατασκευάσει εθνική ταυτότητα εκ των υστέρων, γεγονός που εξηγεί γιατί η εθνική ταυτότητα παραμένει αντικείμενο πολιτικών συγκρούσεων, διαπραγματεύσεων και αναθεωρήσεων.
Στον 21ο αιώνα, το έθνος-κράτος δεν έχει καταργηθεί, αλλά λειτουργεί μέσα σε νέους περιορισμούς. Η παγκοσμιοποίηση, οι υπερεθνικοί θεσμοί και οι μεταναστευτικές ροές αμφισβητούν την απόλυτη κυριαρχία και την ιδέα της πολιτισμικής ομοιογένειας. Παρ’ όλα αυτά, όπως τονίζουν σύγχρονοι θεωρητικοί, το έθνος-κράτος παραμένει ο βασικός φορέας πολιτικής μονιμοποίησης, δημοκρατικής συμμετοχής και συλλογικής ταυτότητας, έστω και σε μια πιο σύνθετη, πολυεπίπεδη και συχνά αμφισβητούμενη μορφή.
Συνοψίζοντας, η διάκριση μεταξύ έθνους και κράτους αποτελεί βασικό σημείο εκκίνησης στη σύγχρονη πολιτική θεωρία. Το έθνος, στη διεθνή βιβλιογραφία, περιγράφεται ως πολιτισμική και συμβολική κοινότητα, βασισμένη σε κοινή ιστορική μνήμη, γλώσσα και συλλογικές αναπαραστάσεις, ενώ το κράτος ορίζεται ως θεσμική και νομική οργάνωση εξουσίας με συγκεκριμένη επικράτεια και μηχανισμούς επιβολής. Η Ειρήνη της Βεστφαλίας θεμελίωσε την κρατική κυριαρχία, αλλά δεν ταύτισε κράτος και έθνος, αυτή η ταύτιση θα προκύψει αργότερα, μέσα από ιστορικές και κοινωνικές διεργασίες.
Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί καθοριστική τομή, διότι μετασχηματίζει την έννοια της κυριαρχίας. Το κράτος παύει να ανήκει στον μονάρχη και νομιμοποιείται στο όνομα του έθνους. Στη διεθνή θεωρία, αυτή η μετάβαση εξηγεί την ανάδυση του εθνικού συμφέροντος ως πολιτικής κατηγορίας.
Το εθνικό συμφέρον εκφράζει τις ανάγκες επιβίωσης, ασφάλειας και ισχύος της εθνικής κοινότητας, κυρίως στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Δεν είναι ουδέτερη έννοια, είναι πολιτικά φορτισμένη και συνδέεται με την ιδέα της εθνικής συνοχής. Το εθνικό συμφέρον λειτουργεί ως βασικό εργαλείο νομιμοποίησης της εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας και της διεθνούς στάσης του κράτους. Στον 21ο αιώνα, το εθνικό συμφέρον αναδιαμορφώνεται. Η οικονομική αλληλεξάρτηση, οι υπερεθνικοί θεσμοί, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα παγκόσμια προβλήματα (κλίμα, ασφάλεια, μετανάστευση) περιορίζουν την απόλυτη αυτονομία του έθνους-κράτους. Έτσι, το εθνικό συμφέρον δεν μπορεί να νοηθεί πλέον αποκλειστικά ως στρατιωτική ισχύς ή εδαφική ασφάλεια, αλλά συνδέεται όλο και περισσότερο με τη θεσμική αξιοπιστία, τη δημοκρατική νομιμοποίηση και την ικανότητα του κράτους να εντάσσεται σε διεθνή πλαίσια χωρίς να χάνει τη βασική του κυριαρχία.
Ο όρος γενικό συμφέρον χρησιμοποιείται συχνά ως ενδιάμεση έννοια. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτό που, σε μια συγκεκριμένη περίοδο, θεωρείται ότι ωφελεί την κοινωνία συνολικά. Δεν έχει πάντα σαφή ή αυστηρό νομικό ορισμό, αλλά λειτουργεί περισσότερο ως κοινωνική και πολιτική εκτίμηση δηλαδή τι είναι καλό για τους πολλούς, τι εξυπηρετεί τη συνοχή ή την ευημερία της κοινωνίας σε μια δεδομένη στιγμή. Γι’ αυτό και μπορεί να αλλάζει ανάλογα με τις συνθήκες, τις ανάγκες και τις προτεραιότητες της εποχής.
Αντίθετα, το δημόσιο συμφέρον έχει πιο συγκεκριμένο και θεσμικό χαρακτήρα. Συνδέεται άμεσα με το κράτος, τη διοίκηση και το δίκαιο και χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει κρατικές αποφάσεις και παρεμβάσεις. Το δημόσιο συμφέρον δεν εκφράζει απλώς μια γενική ιδέα του «καλού», αλλά λειτουργεί ως κριτήριο νόμιμης άσκησης της κρατικής εξουσίας, ιδίως στη δημόσια διοίκηση και στο διοικητικό δίκαιο.
Η σύγχυση ανάμεσα στο γενικό και στο δημόσιο συμφέρον είναι συχνή και προβληματική. Όταν πολιτικές ή διοικητικές αποφάσεις παρουσιάζονται ως δημόσιο συμφέρον, ενώ στην πραγματικότητα στηρίζονται σε μια αόριστη επίκληση του γενικού συμφέροντος, δημιουργούνται ζητήματα νομιμότητας και διαφάνειας.
Πιθανά θέματα προς επίλυση και συζήτηση:
- Τι είναι έθνος και τι είναι κράτος, πώς ιστορικά ταυτίστηκαν και γιατί δεν ταυτίζονται πλήρως;
- Αναλύστε το εθνικό συμφέρον και να εξηγηθεί πώς διαφέρει από το δημόσιο συμφέρον, είτε θεωρητικά είτε μέσα από ένα παράδειγμα.
- Να εξηγηθεί η σύγχυση γενικού και δημόσιου συμφέροντος στη δημόσια συζήτηση.
- Πώς το σύγχρονο έθνος-κράτος καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στο εθνικό συμφέρον και στο δημόσιο συμφέρον σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης ή συμμετοχής σε υπερεθνικούς οργανισμούς.




























