Σε καθεστώς αυστηρότερων κανόνων εισέρχονται τα μικτά τουριστικά καταλύματα μικρής κλίμακας, μετά την έκδοση της νέας υπουργικής απόφασης για τον Πρότυπο Κανονισμό Συνιδιοκτησίας και Λειτουργίας, ο οποίος καθορίζει με λεπτομέρεια τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο των ιδιοκτητών τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών όσο και του φορέα διαχείρισης, επιδιώκοντας να βάλει τέλος σε γκρίζες ζώνες που τα τελευταία χρόνια δημιουργούσαν τριβές και νομικές αμφισβητήσεις.
Σύμφωνα με την απόφαση του υπουργείου Τουρισμού, τα μικτά τουριστικά καταλύματα μικρής κλίμακας αποτελούν σύνθετες μονάδες που συνδυάζουν ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις με τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες, οι οποίες μπορούν να πωλούνται ή να εκμισθώνονται μακροχρόνια. Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να διασφαλίσει ότι, παρά την πολυδιάσπαση της ιδιοκτησίας, η λειτουργία του συγκροτήματος θα παραμένει ενιαία και εναρμονισμένη με τα πρότυπα φιλοξενίας που απαιτεί η τουριστική αγορά.
Κεντρικό ρόλο αναλαμβάνει ο φορέας διαχείρισης, συνήθως η ιδιοκτήτρια εταιρεία ή άλλο πρόσωπο που ορίζεται στον κανονισμό. Σε αυτόν αποδίδονται εκτεταμένες αρμοδιότητες, από τη συντήρηση των κοινόχρηστων χώρων και την παροχή βασικών υπηρεσιών, έως την επιβολή περιορισμών στη χρήση εγκαταστάσεων όταν τίθεται ζήτημα ασφάλειας ή εύρυθμης λειτουργίας. Για παράδειγμα, σε περιόδους χαμηλής πληρότητας, ο φορέας υποχρεούται να διατηρεί σε λειτουργία τουλάχιστον την υποδοχή, ένα εστιατόριο και ένα μπαρ, ώστε να μην υποβαθμίζεται η εμπειρία των ενοίκων και επισκεπτών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στις υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών. Η χρήση των κατοικιών επιτρέπεται αποκλειστικά ως τουριστική επιπλωμένη κατοικία, ενώ απαγορεύεται ρητά κάθε άλλη εκμετάλλευση, όπως η μίσθωση μικρότερης διάρκειας των τριών μηνών ή η κατάτμηση της ιδιοκτησίας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας ιδιοκτήτης δεν μπορεί, για παράδειγμα, να μετατρέψει το ακίνητό του σε χώρο μόνιμης κατοικίας ή να το διαχωρίσει σε μικρότερες μονάδες για αυξημένο κέρδος, αν κάτι τέτοιο αλλοιώνει τον χαρακτήρα του συγκροτήματος.
Ο κανονισμός ρυθμίζει ακόμη ζητήματα καθημερινότητας που στο παρελθόν αποτελούσαν αιτία εντάσεων, όπως οι ώρες κοινής ησυχίας, η στάθμευση οχημάτων, η τοποθέτηση πινακίδων ή ακόμη και η φιλοξενία κατοικίδιων ζώων. Για παράδειγμα, επιτρέπονται σκύλοι και γάτες, υπό την προϋπόθεση ότι δεν κυκλοφορούν ασυνόδευτα στους κοινόχρηστους χώρους και ότι οι ιδιοκτήτες τους φροντίζουν για την καθαριότητα και την αποφυγή όχλησης.
Σημαντική καινοτομία αποτελεί το γεγονός ότι ο κανονισμός προσαρτάται υποχρεωτικά σε κάθε συμβολαιογραφική πράξη που αφορά μεταβίβαση ή σύσταση δικαιωμάτων επί των κατοικιών. Έτσι, ο νέος αγοραστής ή μισθωτής γνωρίζει εξαρχής τους περιορισμούς και δεν μπορεί εκ των υστέρων να επικαλεστεί άγνοια, ενώ ο φορέας διαχείρισης αποκτά ισχυρό νομικό εργαλείο για την επιβολή των κανόνων.
























