Το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη και να δεσμεύεται από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, όταν αυτή αφορά τα ίδια πραγματικά περιστατικά, έκρινε με πρόσφατη απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας, βάζοντας τέλος σε μια μακροχρόνια αμφισβήτηση στη φορολογική δικαιοσύνη σχετικά με τη σχέση ποινικών και διοικητικών διαδικασιών.
Το ζήτημα θεωρείτο προβληματικό γιατί για χρόνια δημιουργούσε αντιφατικές και άδικες καταστάσεις για τους πολίτες. Όταν για τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά ένα ποινικό δικαστήριο καταλήγει αμετάκλητα ότι κάποιος είναι αθώος, αλλά ένα διοικητικό δικαστήριο μπορεί να τον κρίνει «ένοχο» και να του επιβάλει βαριά πρόστιμα, προκύπτει μια σοβαρή θεσμική αντίφαση. Ο πολίτης βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο αντικρουόμενες δικαστικές κρίσεις για την ίδια υπόθεση, γεγονός που υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη.
Το πρόβλημα εντείνεται επειδή τα διοικητικά πρόστιμα, ιδίως στη φορολογική νομοθεσία, έχουν συχνά τιμωρητικό χαρακτήρα και μπορεί να είναι εξαιρετικά υψηλά, με συνέπειες εξίσου επώδυνες με μια ποινική καταδίκη. Έτσι, ένας φορολογούμενος μπορούσε να αθωωθεί οριστικά από ποινικό δικαστήριο, αλλά να εξακολουθεί να τιμωρείται οικονομικά για πράξη που δικαστικά κρίθηκε ότι δεν τέλεσε, κάτι που προσκρούει στην αρχή της δίκαιης δίκης και της αναλογικότητας.
Επιπλέον, η μη δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων από αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις οδηγούσε σε ανασφάλεια δικαίου και σε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες, με πολλαπλές δίκες για το ίδιο πραγματικό υπόβαθρο.
Αυτό επιβάρυνε τόσο τους πολίτες όσο και το ίδιο το δικαστικό σύστημα, ενώ άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο αυθαίρετων ή αντιφατικών ερμηνειών.
Η υπόθεση που έκρινε το ΣτΕ αφορούσε φορολογούμενο στον οποίο οι φορολογικές αρχές είχαν επιβάλει πρόστιμα για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά τη διαχειριστική περίοδο του 2003. Για τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά είχε προηγηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του με την κατηγορία της έκδοσης εικονικών στοιχείων. Το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, μετά την εξέταση της υπόθεσης, κατέληξε σε αθωωτική απόφαση, η οποία κατέστη αμετάκλητη, κρίνοντας ότι ο φορολογούμενος δεν είχε συμμετοχή στη σύνταξη ή την έκδοση των επίμαχων στοιχείων.
Παρά την αμετάκλητη αυτή κρίση, τόσο το διοικητικό Πρωτοδικείο όσο και το διοικητικό Εφετείο έκριναν ότι δεν δεσμεύονται από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και επικύρωσαν τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί κατόπιν φορολογικού ελέγχου. Η υπόθεση οδηγήθηκε στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι το διοικητικό Εφετείο εσφαλμένα θεώρησε πως δεν δεσμεύεται από την ποινική απόφαση, εφαρμόζοντας παρωχημένο νομοθετικό πλαίσιο.
Με την απόφαση ΣτΕ 818/2025, το δικαστήριο υπογράμμισε ότι, όταν υπάρχει αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου για τα ίδια πραγματικά γεγονότα, το διοικητικό δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήγει σε αντίθετο συμπέρασμα, αποσαφηνίζοντας με σαφήνεια τα όρια της δικαστικής κρίσης μεταξύ ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης.





























