Σύμφωνα με την ψυχολογία, τα παιδιά που μεγαλώνουν σε οικογένειες όπου οι καβγάδες, οι εντάσεις και οι απρόβλεπτες εναλλαγές διάθεσης αποτελούν συχνό φαινόμενο ενδέχεται να αναπτύξουν μια ιδιαίτερη ικανότητα: να αντιλαμβάνονται με μεγάλη ταχύτητα τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω τους. Μια αλλαγή στον τόνο της φωνής, ένα βλέμμα, μια έκφραση του προσώπου ή ακόμη και μια μικρή διαφοροποίηση στη συμπεριφορά ενός γονέα μπορεί να είναι αρκετή για να καταλάβουν ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά.
Αυτή η αυξημένη ευαισθησία συχνά εκλαμβάνεται ως έντονη ενσυναίσθηση ή ως ιδιαίτερα ανεπτυγμένη συναισθηματική νοημοσύνη, όπως επισημαίνει το okdiario. Ωστόσο, η ψυχολογία επισημαίνει ότι υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ικανότητα να κατανοούμε τα συναισθήματα των άλλων και στην ανάγκη να παρακολουθούμε διαρκώς τη διάθεσή τους, προκειμένου να προλάβουμε μια πιθανή σύγκρουση.
Για ορισμένα παιδιά, η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν αποτελεί απλώς ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς τους, αλλά έναν τρόπο προσαρμογής σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που δεν προσφέρει πάντα συναισθηματική ασφάλεια.
Πώς το οικογενειακό περιβάλλον διαμορφώνει τη συναισθηματική αντίληψη των παιδιών
Η παιδική ηλικία αποτελεί μια καθοριστική περίοδο για την ανάπτυξη της συναισθηματικής αντίληψης και των κοινωνικών δεξιοτήτων. Μέσα στην οικογένεια, τα παιδιά παρατηρούν καθημερινά τον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες εκφράζουν τα συναισθήματά τους, αντιδρούν στις δυσκολίες και διαχειρίζονται τις διαφωνίες τους.
Δεν μαθαίνουν μόνο από όσα τους λένε οι γονείς τους, αλλά κυρίως από όσα βλέπουν να συμβαίνουν γύρω τους.
Παρατηρούν πότε κάποιος θυμώνει, πώς αλλάζει η συμπεριφορά του όταν είναι πιεσμένος, τι προηγείται μιας έντονης διαφωνίας και πώς εξελίσσεται η κατάσταση μετά από έναν καβγά.
Όταν αυτές οι εμπειρίες επαναλαμβάνονται συχνά, ορισμένα παιδιά αρχίζουν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή ακόμη και στις πιο ανεπαίσθητες συναισθηματικές ενδείξεις.
Μπορεί, για παράδειγμα, να αντιλαμβάνονται αμέσως ότι ένας γονέας είναι εκνευρισμένος από τον τρόπο που κλείνει μια πόρτα ή από μια μικρή αλλαγή στον τόνο της φωνής του. Ενδέχεται επίσης να προσπαθούν να καταλάβουν εάν η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι ήρεμη ή εάν πρόκειται να ακολουθήσει κάποια ένταση.
Με αυτόν τον τρόπο, αναπτύσσουν μια αυξημένη επαγρύπνηση απέναντι στα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των άλλων.
Όταν η συναισθηματική επαγρύπνηση γίνεται μηχανισμός προστασίας
Σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου οι διαθέσεις των ενηλίκων αλλάζουν απρόβλεπτα και οι συγκρούσεις είναι συχνές, η ικανότητα να αντιλαμβάνεται ένα παιδί εγκαίρως την ένταση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός προσαρμογής.
Το παιδί προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω του, να προβλέψει τις αντιδράσεις των μεγάλων και, ενδεχομένως, να αποφύγει καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε έναν ακόμη καβγά.
Αυτή η διαρκής παρακολούθηση του περιβάλλοντος μπορεί να εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους:
Παρατηρεί υπερβολικά προσεκτικά τις εκφράσεις και τον τόνο της φωνής των άλλων.
Αντιλαμβάνεται γρήγορα πότε κάποιος είναι θυμωμένος ή απογοητευμένος.
Ανησυχεί όταν παρατηρεί αλλαγές στη διάθεση των γονέων του.
Προσπαθεί να διατηρεί την ηρεμία στο σπίτι, αποφεύγοντας να προκαλέσει αντιδράσεις.
Δυσκολεύεται να εκφράσει τις δικές του ανάγκες όταν αντιλαμβάνεται ότι κάποιος άλλος είναι αναστατωμένος.
Αυτό που εξωτερικά μπορεί να μοιάζει με ωριμότητα ή εξαιρετική συναισθηματική αντίληψη, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να κρύβει άγχος και την ανάγκη του παιδιού να αισθάνεται ότι έχει τον έλεγχο μιας απρόβλεπτης κατάστασης.
Δεν είναι όλοι οι καβγάδες επιβλαβείς για τα παιδιά
Ένα σημαντικό στοιχείο που επισημαίνει η ψυχολογία είναι ότι δεν έχουν όλες οι οικογενειακές διαφωνίες αρνητικές συνέπειες για τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών.
Υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις συγκρούσεις που χαρακτηρίζονται από φωνές, απειλές, προσβολές και εκφοβισμό και στις διαφωνίες που αντιμετωπίζονται με σεβασμό, διάλογο και διάθεση συνεννόησης.
Μάλιστα, μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2016 έδειξε ότι η παρατήρηση συγκρούσεων οι οποίες αντιμετωπίζονται με συνεργατικό και εποικοδομητικό τρόπο μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της συναισθηματικής επίγνωσης και των κοινωνικών δεξιοτήτων των παιδιών.
Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο οι γονείς να αποφεύγουν κάθε διαφωνία μπροστά στα παιδιά τους. Αντίθετα, μπορούν να αξιοποιούν τέτοιες στιγμές ως ευκαιρίες για να τους δείξουν ότι οι άνθρωποι είναι φυσιολογικό να έχουν διαφορετικές απόψεις, να θυμώνουν ή να απογοητεύονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να πληγώνουν ο ένας τον άλλον.
Το σημαντικό είναι να βλέπουν ότι μια σύγκρουση μπορεί να επιλυθεί χωρίς φωνές, απειλές και ταπεινωτικές συμπεριφορές.
Όταν οι γονείς ζητούν συγγνώμη, ακούν ο ένας τον άλλον, αναγνωρίζουν τα λάθη τους και προσπαθούν να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση, δίνουν στα παιδιά ένα πολύτιμο μάθημα για τη διαχείριση των συναισθημάτων και των ανθρώπινων σχέσεων.
Η συναισθηματική ευαισθησία δεν σημαίνει πάντα ενσυναίσθηση
Ίσως η σημαντικότερη διάκριση αφορά τη διαφορά ανάμεσα στην πραγματική ενσυναίσθηση και στη συναισθηματική επαγρύπνηση που αναπτύσσεται ως αντίδραση σε ένα αγχωτικό περιβάλλον.
Ένα παιδί που έχει μάθει να αναγνωρίζει τα συναισθήματα των άλλων μπορεί πράγματι να εξελιχθεί σε έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο και παρατηρητικό ενήλικα. Να αντιλαμβάνεται πότε κάποιος χρειάζεται υποστήριξη, να δείχνει κατανόηση και να ανταποκρίνεται με ευαισθησία στις δυσκολίες των γύρω του.
Ωστόσο, όταν η συγκεκριμένη ικανότητα πηγάζει κυρίως από τον φόβο μιας αρνητικής αντίδρασης, μπορεί να έχει και μια πιο δύσκολη πλευρά.
Το άτομο ενδέχεται να αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να ελέγχει τη διάθεση των άλλων, να αποφεύγει τις διαφωνίες και να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του προκειμένου να μην προκαλέσει δυσαρέσκεια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματική εξάντληση, ανασφάλεια και δυσκολία στην έκφραση προσωπικών αναγκών.
Η διαφορά είναι ουσιαστική: η ενσυναίσθηση επιτρέπει σε κάποιον να κατανοεί τι αισθάνονται οι άλλοι, χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη να διορθώσει τη διάθεσή τους. Αντίθετα, η συνεχής επαγρύπνηση μπορεί να κάνει κάποιον να αισθάνεται υπεύθυνος για τη συναισθηματική κατάσταση όλων γύρω του.
Πώς μπορούν οι γονείς να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον συναισθηματικής ασφάλειας
Το γεγονός ότι ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον με συχνές διαφωνίες δεν σημαίνει ότι είναι καταδικασμένο να αναπτύξει συγκεκριμένα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ή δυσκολίες στην ενήλικη ζωή.
Η συναισθηματική ανάπτυξη επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες και δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις οικογενειακές συγκρούσεις.
Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι να αισθάνεται το παιδί ότι δεν χρειάζεται να αναλάβει τον ρόλο του διαμεσολαβητή ανάμεσα στους γονείς του ή να προσπαθεί διαρκώς να διατηρεί την οικογενειακή ισορροπία.
Οι γονείς μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος μέσα από απλές αλλά σημαντικές συμπεριφορές:
Να εκφράζουν τη διαφωνία τους με σεβασμό, χωρίς προσβολές και απειλές.
Να εξηγούν στα παιδιά ότι οι διαφωνίες των ενηλίκων δεν αποτελούν δική τους ευθύνη.
Να αναγνωρίζουν τα λάθη τους και να ζητούν συγγνώμη όταν χρειάζεται.
Να ενθαρρύνουν τα παιδιά να εκφράζουν ελεύθερα τα συναισθήματα και τις ανάγκες τους.
Να τους δείχνουν ότι δεν είναι υπεύθυνα για τη διάθεση ή τις αντιδράσεις των άλλων.
Εξίσου σημαντικό είναι να αισθάνονται ότι μπορούν να είναι παιδιά, χωρίς να χρειάζεται να παρακολουθούν διαρκώς τη συμπεριφορά των ενηλίκων ή να προσπαθούν να προβλέψουν την επόμενη ένταση.
Η πραγματική συναισθηματική ωριμότητα ξεκινά από την ασφάλεια
Η ικανότητα να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα των άλλων αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται με την ανάγκη να βρισκόμαστε διαρκώς σε επιφυλακή για να διατηρούμε την ηρεμία γύρω μας.
Τα παιδιά χρειάζονται ένα περιβάλλον στο οποίο θα μπορούν να αναγνωρίζουν τον θυμό, τη λύπη και την απογοήτευση, χωρίς να φοβούνται ότι αυτά τα συναισθήματα θα οδηγήσουν απαραίτητα σε μια σύγκρουση.
Το ζητούμενο δεν είναι να μεγαλώσουν μαθαίνοντας να διαβάζουν κάθε βλέμμα και κάθε αλλαγή στη φωνή των άλλων, αλλά να αποκτήσουν την αυτοπεποίθηση να κατανοούν τα συναισθήματα, να εκφράζουν τα δικά τους και να θέτουν υγιή όρια.
Γιατί η πραγματική ενσυναίσθηση δεν σημαίνει να αναλαμβάνουμε το βάρος των συναισθημάτων όλων των ανθρώπων γύρω μας. Σημαίνει να μπορούμε να τους κατανοούμε, χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας στην προσπάθεια να τους κάνουμε να αισθάνονται καλύτερα.































