Τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων στα εσπεριδοειδή επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας των τροφίμων, προκαλώντας προβληματισμό στους καταναλωτές για το πόσο ασφαλές είναι να χρησιμοποιούν τη φλούδα λεμονιών, πορτοκαλιών και λάιμ στη μαγειρική ή να προσθέτουν μια φέτα λεμονιού στα ροφήματά τους.
Σύμφωνα με τον Guardian, μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία έγινε viral, έφερε το θέμα ξανά στην επικαιρότητα, αποκαλύπτοντας τις χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση των φρούτων μετά τη συγκομιδή.
Αφορμή στάθηκε δημοσίευση στον λογαριασμό Instagram @wholefoodwarrior, στην οποία παρουσιάζονται συσκευασίες εσπεριδοειδών από τα καταστήματα Lidl, με ετικέτες που αναφέρουν ότι η φλούδα τους είναι ακατάλληλη για κατανάλωση. Στις ίδιες ετικέτες καταγράφονται διάφορες δραστικές ουσίες που χρησιμοποιούνται μετά τη συγκομιδή, προκειμένου να προστατεύονται τα φρούτα από την ανάπτυξη μυκήτων και να διατηρούνται κατά τη μεταφορά και την αποθήκευσή τους.
Συγκεκριμένα, στα λάιμ αναφέρονται οι ουσίες azoxystrobin και fludioxonil, ενώ στα εύκολα αποφλοιώσιμα εσπεριδοειδή καταγράφονται οι ουσίες imazalil, 2-phenylphenol, thiabendazole, pyrimethanil και fludioxonil. Παράλληλα, γίνεται αναφορά και στο E903, μια ουσία που χρησιμοποιείται στην κηρώδη επικάλυψη της φλούδας.
Η δημοσίευση συγκέντρωσε περίπου 10.500 σχόλια, με πολλούς χρήστες να εκφράζουν την έκπληξη και την ανησυχία τους για τις χημικές ουσίες που ενδέχεται να καταναλώνουν χωρίς να το γνωρίζουν. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι ποιες είναι αυτές οι ουσίες, ποιος είναι ο σκοπός της χρήσης τους και κατά πόσο η παρουσία τους μπορεί να επηρεάσει την ανθρώπινη υγεία.
Ποιες ουσίες χρησιμοποιούνται στα εσπεριδοειδή και τι ανησυχεί τους ειδικούς
Σύμφωνα με τη Sarah Compson, επικεφαλής πολιτικής και εκστρατειών της βρετανικής οργάνωσης Pesticide Action Network UK (PAN UK), αρκετές από τις ουσίες που αναγράφονται στις ετικέτες είναι μυκητοκτόνα, τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως γνωστά ή ύποπτα καρκινογόνα ή ως πιθανοί ενδοκρινικοί διαταράκτες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο imazalil, ένα μυκητοκτόνο που χρησιμοποιείται ευρέως μετά τη συγκομιδή των εσπεριδοειδών, κυρίως κατά τη διάρκεια της αποθήκευσης και της μεταφοράς τους. Όπως εξηγεί η Compson, η συγκεκριμένη ουσία θεωρείται ύποπτη για καρκινογόνο δράση, ενώ έχει συσχετιστεί με ανησυχίες σχετικά με την αναπαραγωγική και αναπτυξιακή τοξικότητα.
Ένα ακόμη στοιχείο που επισημαίνει είναι ότι το imazalil εντοπίζεται κυρίως στη φλούδα των εσπεριδοειδών. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξει έκθεση στην ουσία όταν χρησιμοποιείται το ξύσμα λεμονιού ή πορτοκαλιού στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική.
Από την πλευρά του, ο Nick Mole, διευθυντής πολιτικής της PAN UK, υπενθυμίζει ότι το 2018 η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέτασε το ενδεχόμενο μείωσης του ανώτατου ορίου υπολειμμάτων imazalil. Ωστόσο, τα εσπεριδοειδή εξαιρέθηκαν από τις αλλαγές που ακολούθησαν το 2019, οι οποίες εφαρμόστηκαν τελικά σε μπανάνες, μήλα και αχλάδια.
Τα εσπεριδοειδή στη λίστα με τα προϊόντα που εμφανίζουν πολλαπλά υπολείμματα φυτοφαρμάκων
Παρότι οι συγκεκριμένες ετικέτες προκάλεσαν μεγάλη συζήτηση, η χρήση φυτοφαρμάκων στα εσπεριδοειδή δεν αποτελεί καινούργια πρακτική. Όπως επισημαίνει η Compson, λεμόνια, πορτοκάλια, λάιμ και άλλα εσπεριδοειδή εμφανίζονται συστηματικά στις υψηλές θέσεις της λίστας «Dirty Dozen» της PAN UK, η οποία καταγράφει προϊόντα στα οποία εντοπίζονται πολλαπλά υπολείμματα φυτοφαρμάκων.
Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα υπολείμματα αφορούν ουσίες που έχουν απαγορευτεί για χρήση στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, λόγω των επιπτώσεών τους στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της οργάνωσης, το γκρέιπφρουτ βρέθηκε στην πρώτη θέση της φετινής λίστας, ενώ τα λάιμ κατέλαβαν την τρίτη. Παράλληλα, κατά την τελευταία πενταετία, τα μαλακά εσπεριδοειδή, τα πορτοκάλια και τα λεμόνια βρίσκονταν σταθερά μεταξύ των επτά πρώτων προϊόντων.
Η οργάνωση επισημαίνει επίσης ότι τα βρετανικά σούπερ μάρκετ δεν έχουν νομική υποχρέωση να αναγράφουν τις χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή και τη συντήρηση φρούτων και λαχανικών, παρότι ενθαρρύνονται να παρέχουν σχετικές πληροφορίες στους καταναλωτές.
Η Compson χαρακτηρίζει θετική την πρακτική της αναγραφής των συγκεκριμένων ουσιών στις συσκευασίες, καθώς δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να γνωρίζουν περισσότερα για τα προϊόντα που αγοράζουν και να κάνουν πιο ενημερωμένες επιλογές. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι το ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι απλώς η ενημέρωση για την παρουσία των χημικών ουσιών, αλλά η ουσιαστική μείωση της έκθεσης σε αυτές.
Στην έρευνα που πραγματοποιεί κάθε δύο χρόνια η PAN UK, αξιολογούνται οι προσπάθειες των βρετανικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ να περιορίσουν τη χρήση φυτοφαρμάκων. Στην τελευταία αξιολόγηση, το 2024, οι αλυσίδες Waitrose και M&S βρέθηκαν στην κορυφή της κατάταξης όσον αφορά τις σχετικές πρωτοβουλίες τους.
Η απάντηση της Lidl: Η προειδοποίηση προστέθηκε κατά λάθος
Μετά τη δημοσιοποίηση του θέματος, η εφημερίδα Guardian επικοινώνησε με τη Lidl ζητώντας διευκρινίσεις για τις συγκεκριμένες ετικέτες.
Εκπρόσωπος της αλυσίδας ανέφερε ότι η προειδοποίηση σχετικά με την ακαταλληλότητα της φλούδας για κατανάλωση προστέθηκε κατά λάθος, διευκρινίζοντας ότι τα προϊόντα δεν έχουν υποστεί καμία αλλαγή και εξακολουθούν να συμμορφώνονται πλήρως με όλα τα ισχύοντα πρότυπα ασφάλειας τροφίμων του Ηνωμένου Βασιλείου.
Παράλληλα, η εταιρεία γνωστοποίησε ότι συνεργάζεται με τον προμηθευτή της προκειμένου να διορθωθεί η σχετική επισήμανση στις συσκευασίες και να αποφευχθεί περαιτέρω σύγχυση στους καταναλωτές.
Η διευκρίνιση αυτή αφορά την προειδοποίηση για την κατανάλωση της φλούδας και όχι την αναγραφή των χημικών ουσιών, οι οποίες εξακολουθούν να αναφέρονται στις ετικέτες.
Το «φαινόμενο κοκτέιλ»: Γιατί προβληματίζει η συνδυαστική έκθεση σε φυτοφάρμακα
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θέτουν οι ακτιβιστές για την ασφάλεια των τροφίμων δεν αφορά μόνο την παρουσία μιας μεμονωμένης χημικής ουσίας, αλλά τη συνδυαστική έκθεση του ανθρώπου σε πολλά διαφορετικά φυτοφάρμακα.
Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως «φαινόμενο κοκτέιλ» και αποτελεί βασικό σημείο προβληματισμού για την PAN UK.
Όπως εξηγεί η Compson, ακόμη και όταν οι επιμέρους χημικές ουσίες ταξινομούνται ως ασφαλείς για χρήση εντός συγκεκριμένων ορίων, οι καταναλωτές ενδέχεται να εκτίθενται ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία ουσίες, μέσω διαφορετικών τροφίμων.
Η ίδια υποστηρίζει ότι οι έλεγχοι ασφάλειας δεν αντανακλούν επαρκώς τις πραγματικές συνθήκες διατροφικής έκθεσης, καθώς οι άνθρωποι δεν καταναλώνουν μεμονωμένα προϊόντα, αλλά μια μεγάλη ποικιλία τροφίμων που μπορεί να περιέχουν διαφορετικά υπολείμματα φυτοφαρμάκων.
Για τον λόγο αυτό, η οργάνωση θεωρεί ότι το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο δεν παρέχει επαρκή προστασία της δημόσιας υγείας απέναντι στη συνδυαστική έκθεση.
Αρκεί το καλό πλύσιμο των λεμονιών και των πορτοκαλιών;
Πολλοί καταναλωτές θεωρούν ότι το σχολαστικό πλύσιμο των εσπεριδοειδών πριν από την κατανάλωση ή τη χρήση του ξύσματός τους μπορεί να περιορίσει σημαντικά την έκθεση στα φυτοφάρμακα. Ωστόσο, σύμφωνα με την Compson, η συγκεκριμένη πρακτική δεν αρκεί για την πλήρη απομάκρυνση των χημικών ουσιών.
Όπως εξηγεί, τα φυτοφάρμακα έχουν σχεδιαστεί ώστε να παραμένουν προσκολλημένα στα φρούτα, ενώ ορισμένες ουσίες μπορεί να βρίσκονται και στο εσωτερικό των ιστών τους. Επομένως, το απλό πλύσιμο δεν μπορεί να εγγυηθεί την εξάλειψη των υπολειμμάτων.
Αντίστοιχα, η αγορά ακέρωτων εσπεριδοειδών δεν θεωρείται από την ίδια επαρκής λύση, καθώς η απουσία κεριού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι απουσιάζουν και τα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την καλλιέργεια ή μετά τη συγκομιδή.
Τα βιολογικά εσπεριδοειδή ως εναλλακτική επιλογή
Σύμφωνα με τους ειδικούς που παραθέτει το δημοσίευμα, οι επιλογές για όσους επιθυμούν να περιορίσουν την έκθεσή τους στις συγκεκριμένες χημικές ουσίες είναι σχετικά περιορισμένες.
Μία από αυτές είναι η καλλιέργεια εσπεριδοειδών στο σπίτι, μια λύση που μπορεί να είναι πιο δύσκολη σε χώρες με κλιματολογικές συνθήκες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο. Μια άλλη επιλογή είναι η αγορά βιολογικών προϊόντων.
Η Sarah Hathaway, επικεφαλής τεχνικού τμήματος της Soil Association, επισημαίνει ότι η βιολογική γεωργία δεν επιτρέπει τη χρήση των συγκεκριμένων συνθετικών χημικών ουσιών, ούτε κατά την παραγωγή ούτε κατά τη μετασυλλεκτική επεξεργασία.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, πολλοί καταναλωτές αγαπούν να χρησιμοποιούν ξύσμα λεμονιού στα γλυκά ή να προσθέτουν μια φέτα λάιμ στο τζιν με τόνικ. Για όσους θέλουν να αποφεύγουν την έκθεση στα συγκεκριμένα φυτοφάρμακα, τα βιολογικά εσπεριδοειδή αποτελούν μια εναλλακτική επιλογή, αν και συνήθως συνεπάγονται υψηλότερο κόστος αγοράς.
Η άλλη πλευρά του προβλήματος: Οι αγρότες που εκτίθενται στα φυτοφάρμακα
Πέρα από την ανησυχία για τους καταναλωτές, το ζήτημα των φυτοφαρμάκων έχει και μια σημαντική κοινωνική διάσταση, καθώς οι άνθρωποι που βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένοι στις συγκεκριμένες ουσίες είναι συχνά οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στην αγροτική παραγωγή.
Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε τον προηγούμενο μήνα, το 46% των αγροτών παγκοσμίως δηλητηριάζεται από φυτοφάρμακα κάθε χρόνο.
Πρόκειται για ένα στοιχείο που αναδεικνύει ότι η συζήτηση για την ασφάλεια των τροφίμων δεν περιορίζεται μόνο στο τι φτάνει τελικά στο πιάτο των καταναλωτών, αλλά αφορά συνολικά τις συνθήκες παραγωγής, τη χρήση χημικών ουσιών και την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν μπορούμε να χρησιμοποιούμε με ασφάλεια το ξύσμα ενός λεμονιού ή μια φέτα πορτοκαλιού στο ρόφημά μας, αλλά και πόσο αποτελεσματικά προστατεύονται όσοι παράγουν τα τρόφιμα που καταναλώνουμε καθημερινά.
































