Κάποιος μπορεί να εργάζεται άρρωστος επειδή αγαπά τη δουλειά του, άλλος επειδή φοβάται ότι θα θεωρηθεί αναξιόπιστος, ένας τρίτος μπορεί να ανησυχεί ότι δεν θα μπορέσει να καλύψει οικονομικά μια απουσία, τι λέει όμωςη ψυχολογία για την εργασιακή μας συμπεριφορά;
Εξωτερικά, η συμπεριφορά μπορεί να μοιάζει ίδια, όπως τονίζει το economictimes. Ψυχολογικά, όμως, μπορεί να έχει εντελώς διαφορετική αφετηρία.
Δεν είναι πάντα θέμα «εργατικότητας»
Έρευνα των οργανωσιακών ψυχολόγων Gary Johns και Mariella Miraglia, η οποία βασίστηκε σε 109 δείγματα και 175.965 συμμετέχοντες, δείχνει ότι ο παροντισμός λόγω ασθένειας συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα παραγόντων.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται οι αυξημένες απαιτήσεις της εργασίας, το άγχος, οι περιορισμοί στις απουσίες, η χαμηλή υποστήριξη και η εργασιακή ανασφάλεια. Παράλληλα, μπορεί να συνδέεται και με θετικές στάσεις απέναντι στην εργασία, όπως η δέσμευση και η αφοσίωση.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί καταρρίπτει μια απλή υπόθεση: ότι όποιος δουλεύει ενώ είναι άρρωστος είναι απλώς «πολύ εργατικός».
Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να αποτελεί είτε επιλογή είτε αποτέλεσμα πίεσης.
Ένας εργαζόμενος μπορεί να σκέφτεται:
«Μου αρέσει η δουλειά μου και μπορώ να ολοκληρώσω κάτι μικρό σήμερα».
Ένας άλλος:
«Αν σταματήσω, θα απογοητεύσω τους πάντες».
Και οι δύο μπορεί να βρίσκονται μπροστά στην ίδια οθόνη. Μόνο που ο ένας λειτουργεί από επιλογή και ο άλλος από φόβο ή εσωτερική πίεση.
Ο φαύλος κύκλος του «θα το τελειώσω πρώτα»
Μια ενδιαφέρουσα εξήγηση προέρχεται από τη Θεωρία Διατήρησης των Πόρων, που ανέπτυξε ο ψυχολόγος Stevan Hobfoll.
Σύμφωνα με τη θεωρία, οι άνθρωποι προσπαθούν διαρκώς να αποκτούν, να προστατεύουν και να διατηρούν πολύτιμους πόρους. Αυτοί δεν είναι μόνο τα χρήματα. Μπορεί να είναι ο χρόνος, η ενέργεια, η κοινωνική υποστήριξη, η επαγγελματική θέση ή η αίσθηση ασφάλειας.
Για έναν άνθρωπο που ήδη αισθάνεται ότι πνίγεται από τη δουλειά, η άδεια ασθενείας μπορεί παράδοξα να μοιάζει με μία ακόμη απώλεια.
Τι θα συμβεί με τα email;
Ποιος θα ολοκληρώσει τις εκκρεμότητες;
Πόσα πράγματα θα περιμένουν όταν επιστρέψει;
Πόσο δύσκολη θα είναι η επανένταξη;
Έτσι δημιουργείται ένας παράδοξος μηχανισμός. Ο εργαζόμενος συνεχίζει να δουλεύει για να προστατεύσει την ενέργεια, τον χρόνο και τον έλεγχό του, ενώ στην πραγματικότητα καταναλώνει ακόμη περισσότερη ενέργεια τη στιγμή που το σώμα του χρειάζεται ανάπαυση.
Το «θα ξεκουραστώ όταν τελειώσω» μπορεί επομένως να γίνει ένας κύκλος χωρίς πραγματικό τέλος.
Γιατί η άδεια μπορεί να προκαλεί ενοχές
Ένας ακόμη τρόπος να κατανοηθεί αυτή η συμπεριφορά είναι μέσω της Θεωρίας Αυτοπροσδιορισμού, που συνδέεται με τους ψυχολόγους Edward Deci και Richard Ryan.
Η θεωρία διακρίνει διαφορετικές μορφές κινήτρων.
Το άτομο μπορεί να εργάζεται επειδή πραγματικά βρίσκει αξία και νόημα σε αυτό που κάνει. Πρόκειται για ένα περισσότερο αυτόνομο κίνητρο.
Μπορεί όμως να εργάζεται επειδή αισθάνεται ότι πρέπει να το κάνει. Ενοχές, φόβος, κοινωνικές προσδοκίες ή η αίσθηση ότι θα απογοητεύσει τους άλλους μπορούν να δημιουργήσουν ένα περισσότερο ελεγχόμενο κίνητρο.
Η διαφορά είναι λεπτή αλλά σημαντική.
Το «θέλω να δουλέψω λίγο» δεν είναι το ίδιο με το «δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να σταματήσει».
Έρευνα σχετικά με την εργασιομανία έχει δείξει ότι διαφορετικά κίνητρα μπορούν να συνδέονται με διαφορετικές συνέπειες. Το αυτόνομο κίνητρο έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερο σθένος, ενώ η ψυχαναγκαστική εργασία που καθοδηγείται από ελεγχόμενα κίνητρα έχει συνδεθεί με εξάντληση.
Μερικές φορές το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο χώρος εργασίας
Δεν ευθύνεται πάντοτε ο εργαζόμενος.
Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει τυπικά το δικαίωμα να πάρει άδεια ασθενείας, αλλά να αισθάνεται ότι στην πράξη δεν μπορεί να το κάνει.
Ίσως ο προϊστάμενος θεωρεί την απουσία ένδειξη έλλειψης αφοσίωσης. Ίσως η ομάδα είναι υποστελεχωμένη. Ίσως οι προθεσμίες είναι ασφυκτικές. Ίσως ο εργαζόμενος φοβάται για τη θέση του.
Η έρευνα για τον παροντισμό έχει επανειλημμένα αναδείξει παράγοντες όπως ο υψηλός φόρτος εργασίας, η εργασιακή ανασφάλεια, η χαμηλή υποστήριξη και οι αντιλήψεις για την κουλτούρα του οργανισμού.
Μια διαχρονική μελέτη του 2024, βασισμένη στη Θεωρία της Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς, εξέτασε μεταξύ άλλων τον ρόλο των στάσεων απέναντι στον παροντισμό, των κοινωνικών κανόνων και του αντιληπτού ελέγχου της συμπεριφοράς.
Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: δεν αρκεί να γνωρίζει κάποιος ότι δικαιούται άδεια. Πρέπει να αισθάνεται και ότι μπορεί πραγματικά να την πάρει.
Πότε η «αφοσίωση» γίνεται εργασιομανία;
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να απαντήσει κάποιος περιστασιακά σε ένα επείγον μήνυμα ενώ αναρρώνει και στο να θεωρεί σχεδόν αδύνατο να σταματήσει να εργάζεται.
Η δεύτερη κατάσταση μπορεί να συνδέεται με την εργασιομανία.
Μια ανασκόπηση του 2024 στην Annual Review of Organizational Psychology and Organizational Behavior περιγράφει την εργασιομανία ως έναν συνδυασμό υψηλής εργασιακής προσπάθειας και μιας εσωτερικής, επίμονης ανάγκης για εργασία. Στην εικόνα αυτή περιλαμβάνονται οι συνεχείς σκέψεις για τη δουλειά και η εργασία πέρα από αυτό που εύλογα απαιτείται.
Η εργασιομανία δεν ταυτίζεται επομένως με την υγιή επαγγελματική αφοσίωση.
Κάποιος μπορεί να αγαπά τη δουλειά του και ταυτόχρονα να ξέρει πότε να κλείσει τον υπολογιστή.
Αντίθετα, ένας άνθρωπος μπορεί να είναι εξαιρετικά παραγωγικός αλλά να μην μπορεί να σταματήσει ακόμη και όταν είναι εξαντλημένος.
Η διαφορά βρίσκεται συχνά όχι στο πόσο δουλεύει κάποιος, αλλά στο γιατί αισθάνεται ότι πρέπει να δουλεύει.
Το «δεν παίρνω ποτέ άδεια» δεν είναι απαραίτητα παράσημο
Υπάρχει μια κοινωνική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η απουσία από τη δουλειά αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, ενώ η εργασία παρά την ασθένεια αποτελεί απόδειξη χαρακτήρα.
Η ψυχολογική έρευνα δεν υποστηρίζει μια τόσο απλή εξίσωση.
Η φυσική παρουσία ή η συνεχής σύνδεση στο διαδίκτυο δεν σημαίνει απαραίτητα υψηλή απόδοση. Ο παροντισμός έχει μελετηθεί ακριβώς επειδή κάποιος μπορεί να βρίσκεται «παρών» στη δουλειά, αλλά να λειτουργεί με μειωμένη ικανότητα εξαιτίας της ασθένειας.
Μια μέρα ξεκούρασης μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι πιο βιώσιμη επιλογή από αρκετές ημέρες εργασίας με μειωμένη απόδοση ενώ κάποιος είναι άρρωστος.
Το «δεν έχω πάρει άδεια ασθενείας εδώ και πέντε χρόνια» επομένως δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη ούτε υγείας ούτε αφοσίωσης.
Μερικές φορές, η ικανότητα να σταματήσεις είναι εξίσου σημαντική με την ικανότητα να συνεχίσεις.
Όταν η συμπεριφορά γίνεται συνήθεια
Το πιο ενδιαφέρον ίσως είναι ότι η επαναλαμβανόμενη εργασία κατά τη διάρκεια της ασθένειας μπορεί να μετατραπεί σε μαθημένο μοτίβο.
Ένας εργαζόμενος αισθάνεται άρρωστος, συνεχίζει να εργάζεται και τελικά καταφέρνει να αποφύγει μια άμεση κρίση — μια χαμένη προθεσμία, ένα γεμάτο inbox ή μια δύσκολη συζήτηση με τον προϊστάμενο.
Το μυαλό μπορεί να «μάθει» ότι η εργασία ήταν ο ασφαλέστερος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης.
Την επόμενη φορά που θα αρρωστήσει, η ίδια αντίδραση μπορεί να εμφανιστεί σχεδόν αυτόματα.
Δεν υπάρχει, όμως, ένας μοναδικός «τύπος ανθρώπου» που συμπεριφέρεται έτσι. Οι προσωπικές πεποιθήσεις, οι απαιτήσεις της εργασίας, η κουλτούρα του οργανισμού, η οικονομική πίεση και το αίσθημα ελέγχου αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Γι' αυτό και το να χαρακτηρίζεται κάθε άνθρωπος που εργάζεται ενώ είναι άρρωστος ως «εργασιομανής» είναι υπεραπλούστευση.
Η πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι «πόσο δουλεύεις;»
Η ψυχολογία δείχνει ότι πίσω από την ίδια συμπεριφορά μπορεί να υπάρχουν εντελώς διαφορετικές ιστορίες.
Κάποιος εργάζεται επειδή αγαπά αυτό που κάνει.
Κάποιος επειδή αισθάνεται υπεύθυνος για την ομάδα του.
Κάποιος επειδή φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά του.
Κάποιος επειδή δεν αντέχει να βλέπει τις εκκρεμότητες να συσσωρεύονται.
Και κάποιος μπορεί απλώς να έχει μάθει ότι η ξεκούραση είναι κάτι που πρέπει πρώτα να «κερδίσει».
Ίσως λοιπόν η πιο αποκαλυπτική ερώτηση δεν είναι:
«Γιατί δεν παίρνεις άδεια;»
Αλλά:
«Τι πιστεύεις ότι θα συμβεί αν σταματήσεις;»
Η απάντηση μπορεί να αποκαλύψει αν πίσω από το ανοιχτό laptop υπάρχει απλώς επαγγελματική αφοσίωση ή ένας βαθύτερος κύκλος πίεσης, ενοχής και αδυναμίας αποσύνδεσης από την εργασία.
Και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό μάθημα: η ξεκούραση δεν είναι το αντίθετο της παραγωγικότητας και η άδεια ασθενείας δεν είναι αποτυχία. Η ικανότητα να αναγνωρίζεις τα όριά σου αποτελεί μέρος μιας πιο βιώσιμης σχέσης με την εργασία.






























