Κατά τη διάρκεια των έντονων καλοκαιρινών θερμοκρασιών, πολλοί δημόσιοι οργανισμοί και εταιρείες προτείνουν τη ρύθμιση του κλιματιστικού στους 26 βαθμούς Κελσίου, υποστηρίζοντας ότι έτσι εξασφαλίζεται η δροσιά χωρίς να αυξάνεται υπερβολικά ο λογαριασμός του ρεύματος. Ωστόσο, ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη θερμοκρασία που είναι κατάλληλη για όλους.
Η πρόταση για τους 26 ή ακόμη και τους 27 βαθμούς βασίζεται κυρίως στην ανάγκη περιορισμού της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου οι τιμές ενέργειας αυξάνονται. Όμως η άνεση και η ασφάλεια εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες: την ηλικία, την κατάσταση της υγείας, τη μόνωση του σπιτιού, την έκθεση στον ήλιο, την υγρασία και την απόδοση του κλιματιστικού.
Μια ερευνήτρια που μελετά το ενεργειακό κόστος περιγράφει πως η προσωπική της εμπειρία ως μητέρα άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τις γενικές οδηγίες για τη χρήση του κλιματισμού. Όταν η κόρη της ήταν μικρή, η οικογένεια κρατούσε το θερμοστάτη στους 26 βαθμούς για να περιορίζει τον λογαριασμό του ρεύματος. Όταν όμως το παιδί εμφάνισε προβλήματα κατά τη διάρκεια της νύχτας, η θερμοκρασία στο δωμάτιό του μειώθηκε στους 23 βαθμούς και τα συμπτώματα υποχώρησαν.
Η σωστή θερμοκρασία εξαρτάται από τις ανάγκες κάθε σπιτιού
Κάθε σύστημα ψύξης λειτουργεί διαφορετικά, ενώ και τα σπίτια παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές. Ένα καλά μονωμένο διαμέρισμα σε σκιερό σημείο δεν έχει τις ίδιες ανάγκες με ένα σπίτι που δέχεται έντονη ηλιοφάνεια ή διαθέτει παλιό κλιματιστικό.
Η ρύθμιση στους 26 βαθμούς μπορεί να είναι μια καλή επιλογή για εξοικονόμηση ενέργειας, όμως δεν είναι όριο ασφάλειας ούτε σημαίνει ότι όλοι θα αισθάνονται άνετα. Εάν κάποιος νιώθει δυσφορία, μπορεί να μειώνει σταδιακά τη θερμοκρασία μέχρι να βρει το επίπεδο που του προσφέρει επαρκή δροσιά.
Η υψηλότερη ρύθμιση του θερμοστάτη μειώνει την κατανάλωση, καθώς το κλιματιστικό χρειάζεται να απομακρύνει λιγότερη θερμότητα από τον χώρο. Όσο μικρότερη είναι η διαφορά ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική θερμοκρασία, τόσο λειτουργεί η συσκευή.
Παράλληλα, το κλιματιστικό βοηθά στη μείωση της υγρασίας, η οποία κάνει αποπνικτική την ατμόσφαιρα, καθώς ο ιδρώτας εξατμίζεται πιο δύσκολα και η αίσθηση της θερμοκρασίας αυξάνεται σημαντικά.
Υπάρχουν όμως και απλοί τρόποι για να διατηρηθεί ένα σπίτι πιο δροσερό χωρίς μεγάλη κατανάλωση ενέργειας. Το κλείσιμο των κουρτινών στα παράθυρα που βλέπουν στον ήλιο, η αποφυγή χρήσης φούρνου τις θερμές ώρες της ημέρας και το κλείσιμο πορτών και παραθύρων όταν έξω επικρατεί πολλή ζέστη, μειώνουν τη θερμική επιβάρυνση.
Οι ανεμιστήρες οροφής ή οι φορητοί μπορούν επίσης να βοηθήσουν, καθώς η κίνηση του αέρα κάνει το σώμα να αισθάνεται πιο δροσερό. Ωστόσο, δεν συνιστάται η χρήση τους όταν η θερμοκρασία στον χώρο ξεπερνά τους 32 βαθμούς, καθώς μπορεί να επιδεινώσουν την κατάσταση.
Σημαντικό είναι επίσης να ελέγχεται η θερμοκρασία στα δωμάτια όπου ζουν ή κοιμούνται οι άνθρωποι, καθώς ο θερμοστάτης στον διάδρομο μπορεί να μην αντανακλά τις πραγματικές συνθήκες σε ένα υπνοδωμάτιο.
Η προστασία από τον καύσωνα δεν αφορά μόνο την ψύξη του χώρου αλλά και του σώματος. Ένα δροσερό ντους, η κατανάλωση αρκετού νερού, μια βρεγμένη πετσέτα ή παγοκύστες μπορούν να προσφέρουν άμεσα ανακούφιση.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται τα βρέφη, οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με προβλήματα υγείας. Συμπτώματα όπως ζάλη, αδυναμία, έντονη δίψα, ναυτία ή σύγχυση μπορεί να αποτελούν σημάδια θερμικής καταπόνησης και απαιτούν άμεση αντιμετώπιση.
Τελικά, η καλύτερη ρύθμιση του κλιματιστικού δεν είναι ένας συγκεκριμένος αριθμός, αλλά εκείνη που προσφέρει ασφαλή και επαρκή δροσιά με κόστος που μπορεί να αντέξει κάθε νοικοκυριό. Οι 26 βαθμοί είναι απλώς γενική σύσταση και όχι κανόνας που ταιριάζει σε όλους.
Με πληροφορίες από dallasobserver.com































