Σε μια ιδιαίτερα λεπτή διπλωματική ισορροπία εξελίσσεται η υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (Great Sea Interconnector – GSI), με την Αθήνα να παρακολουθεί στενά τις κινήσεις της Άγκυρας και το Παρίσι να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην προσπάθεια να αποφευχθεί νέα ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, ότι «όλα είναι φυσιολογικά, όλα είναι καλά», μετά την ανταλλαγή NAVTEX μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, εκλαμβάνεται από την ελληνική πλευρά ως ένδειξη αποκλιμάκωσης, χωρίς ωστόσο να δημιουργεί περιθώρια εφησυχασμού.
Το κρίσιμο στοιχείο στην υπόθεση είναι ότι η Τουρκία φαίνεται, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, να μην επιδιώκει να παρεμποδίσει στην πράξη την επανέναρξη των ερευνών για το καλώδιο. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν εγκαταλείπει τις πάγιες θέσεις της σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες της περιοχής, όπως αποδεικνύεται από την έκδοση της τουρκικής αντί-NAVTEX και τις ανακοινώσεις του υπουργείου Εξωτερικών της.
Στο διπλωματικό παρασκήνιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η γαλλική παρέμβαση προς την Άγκυρα, καθώς, σύμφωνα με αρμόδιες ελληνικές πηγές, το Παρίσι απέστειλε ρηματική διακοίνωση στην τουρκική πλευρά, ενημερώνοντάς την για το έργο και τις προγραμματισμένες ερευνητικές δραστηριότητες, με σαφή διευκρίνιση ότι η ενημέρωση δεν συνιστά αναγνώριση τουρκικών δικαιοδοσιών.
Το μήνυμα Φιντάν και η ανάγνωση της Αθήνας
Η δήλωση του Χακάν Φιντάν ότι «όλα είναι φυσιολογικά, όλα είναι καλά», απαντώντας σε ερώτηση του ανταποκριτή του ΣΚΑΪ στην Κωνσταντινούπολη, Μανώλη Κωστίδη, για τις NAVTEX και τις τουρκικές αντί-NAVTEX, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα των τελευταίων ημερών.
Ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας επέλεξε να κρατήσει χαμηλούς τόνους, αποφεύγοντας να επαναλάβει τη σκληρή ρητορική που είχε προηγηθεί από την πλευρά της Άγκυρας. Η τοποθέτησή του ερμηνεύτηκε στην Αθήνα ως ένδειξη ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν επιθυμεί, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, να μετατρέψει το ζήτημα του GSI σε νέα ελληνοτουρκική κρίση.
Αρμόδιες διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι η στάση αυτή αφήνει περιθώρια για την ομαλή εξέλιξη των εργασιών, χωρίς όμως να σημαίνει ότι έχει επιτευχθεί κάποια συμφωνία μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Εξάλλου, η ελληνική πλευρά ξεκαθαρίζει ότι δεν έχει υπάρξει διαπραγμάτευση με την Τουρκία για την αδειοδότηση του έργου και ότι η έκδοση των σχετικών αδειών αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των ελληνικών αρχών, στο πλαίσιο των θέσεων της Ελλάδας για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.
Το μήνυμα της Αθήνας είναι σαφές: η αποκλιμάκωση είναι επιθυμητή, αλλά δεν συνεπάγεται αλλαγή των ελληνικών θέσεων ή αναγνώριση δικαιωμάτων που προβάλλει η Τουρκία.
Η ρηματική διακοίνωση της Γαλλίας και το διπλωματικό παρασκήνιο
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η κίνηση της Γαλλίας, η οποία, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται ελληνικές διπλωματικές πηγές, απέστειλε ρηματική διακοίνωση στην Άγκυρα σχετικά με την επανέναρξη των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση.
Η κίνηση αυτή δεν έγινε από την Αθήνα ούτε από την εταιρεία που έχει αναλάβει τις εργασίες, αλλά από το Παρίσι, το οποίο έχει άμεσο ενδιαφέρον για την υλοποίηση του έργου λόγω της συμμετοχής γαλλικών εταιρειών και της γαλλικής ερευνητικής δραστηριότητας.
Με τη συγκεκριμένη διπλωματική επικοινωνία, η τουρκική πλευρά ενημερώθηκε για τις εργασίες που πρόκειται να πραγματοποιηθούν, χωρίς η διαδικασία αυτή να συνιστά αίτημα για τουρκική άδεια ή αναγνώριση οποιασδήποτε τουρκικής δικαιοδοσίας στην περιοχή.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την ελληνική διπλωματία. Η Αθήνα επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η ενημέρωση της Τουρκίας δεν θα μπορεί να ερμηνευθεί ως αποδοχή των διεκδικήσεών της ή ως δημιουργία προηγούμενου για μελλοντικές δραστηριότητες.
Παράλληλα, η γαλλική εμπλοκή προσδίδει στην υπόθεση ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς το GSI δεν αποτελεί απλώς ένα διμερές ενεργειακό έργο, αλλά μια διασύνδεση στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Η ελληνική NAVTEX και η τουρκική αντίδραση
Η νέα ένταση εκδηλώθηκε μετά την έκδοση της ελληνικής NAVTEX για την επανέναρξη των ερευνών του γαλλικού ερευνητικού πλοίου «Abeille Marengo», το οποίο έχει αναλάβει τις εργασίες βυθομετρικών και άλλων ερευνών στον βυθό της Ανατολικής Μεσογείου.
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε στις 6 Νοεμβρίου την ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης, έπειτα από σχετική αίτηση της γαλλικής εταιρείας Nexans, η οποία ενεργεί για λογαριασμό της εταιρείας του έργου GSI. Η άδεια υπογράφηκε από τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, μετά τη θετική εισήγηση της αρμόδιας διυπουργικής επιτροπής.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η NAVTEX 1411/26 από τον σταθμό της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού στο Ηράκλειο, η οποία προβλέπει την πραγματοποίηση ερευνητικών εργασιών από τις 6 Νοεμβρίου 2026 έως τις 6 Μαρτίου 2027.
Η Τουρκία αντέδρασε εκδίδοντας τη δική της αντί-NAVTEX, με αριθμό 1105/26, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή της για τις συγκεκριμένες δραστηριότητες και ότι μέρος της περιοχής εμπίπτει στην τουρκική υφαλοκρηπίδα.
Η Άγκυρα υποστήριξε ακόμη ότι οι έρευνες θα πρέπει να συντονίζονται με τις τουρκικές αρχές, ενώ αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του σταθμού που εξέδωσε την ελληνική NAVTEX.
Η Αθήνα απέρριψε τις τουρκικές αιτιάσεις, επιμένοντας ότι η Ελλάδα είναι η αρμόδια χώρα για την αδειοδότηση των ερευνών στις περιοχές που εμπίπτουν στη δική της δικαιοδοσία.
Γιατί η Αθήνα εκτιμά ότι η Τουρκία δεν θέλει να κλιμακώσει την ένταση
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις διπλωματικών πηγών, η στάση της Τουρκίας δεν πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι ευρύτερες διεθνείς ισορροπίες, καθώς και η επιθυμία της Άγκυρας να διατηρήσει τον ρόλο που διεκδικεί στις περιφερειακές διπλωματικές εξελίξεις.
Η Τουρκία δεν φαίνεται να επιθυμεί, στην παρούσα συγκυρία, μια ευθεία αντιπαράθεση με τη Γαλλία για ένα έργο με ευρωπαϊκή στήριξη και στρατηγική ενεργειακή σημασία.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετες διπλωματικές δυσκολίες για την Άγκυρα, η οποία επιδιώκει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με σημαντικούς διεθνείς παράγοντες.
Παράλληλα, η Αθήνα λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών διεργασιών στο Ισραήλ και των περιφερειακών ισορροπιών, οι οποίες επηρεάζουν τη διπλωματική κινητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εκτίμηση είναι ότι η Άγκυρα έχει λόγους να αποφύγει μια νέα ένταση που θα μπορούσε να περιπλέξει τις διεθνείς της σχέσεις.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι έχει εγκαταλείψει τις διεκδικήσεις της. Η αντί-NAVTEX και οι επίσημες ανακοινώσεις του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών αποδεικνύουν ότι εξακολουθεί να διατηρεί ενεργή την αμφισβήτηση της ελληνικής θέσης.
Δύο διαφορετικές γραμμές στην Άγκυρα: Το υπουργείο Εξωτερικών και το υπουργείο Άμυνας
Ένα ακόμη στοιχείο που παρακολουθεί η Αθήνα είναι η διαφοροποίηση των μηνυμάτων που εκπέμπονται από τους τουρκικούς κρατικούς μηχανισμούς.
Σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, ο Χακάν Φιντάν φαίνεται να αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση του ζητήματος, επιλέγοντας μια πιο προσεκτική και διπλωματική προσέγγιση.
Αντίθετα, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας διατηρεί πιο σκληρή γραμμή, με τις θέσεις του να αποτυπώνονται στις ανακοινώσεις και στις ενέργειες που αμφισβητούν την ελληνική NAVTEX.
Η Αθήνα γνωρίζει ότι στην Τουρκία δεν υπάρχει πάντοτε ενιαία προσέγγιση μεταξύ των διαφορετικών κέντρων λήψης αποφάσεων. Για τον λόγο αυτό, αντιμετωπίζει με προσοχή τις δηλώσεις αποκλιμάκωσης, χωρίς να θεωρεί ότι αυτές αρκούν για να αποκλειστεί μια νέα ένταση.
Η ελληνική πλευρά παραμένει σε επιφυλακή, παρακολουθώντας τόσο τις διπλωματικές ανακοινώσεις όσο και τις κινήσεις στο πεδίο.
Το «Abeille Marengo» επιστρέφει στις έρευνες – Το κρίσιμο τεστ στην πράξη
Το ενδιαφέρον πλέον μεταφέρεται στο γαλλικό ερευνητικό πλοίο «Abeille Marengo», το οποίο προγραμματίζεται να αποπλεύσει από το λιμάνι του Ηρακλείου, προκειμένου να συνεχίσει τις εργασίες που είχαν διακοπεί το καλοκαίρι του 2024.
Το πλοίο αναμένεται να κινηθεί προς την περιοχή της Κάσου και της Καρπάθου, ακολουθώντας τη διαδρομή που προβλέπεται για την έρευνα του βυθού και την προετοιμασία της ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Η επανέναρξη των εργασιών έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η προηγούμενη προσπάθεια του 2024 είχε διακοπεί έπειτα από την εμφάνιση τουρκικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή, γεγονός που είχε οδηγήσει σε νέα ένταση μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Αυτή τη φορά, το ερώτημα είναι εάν η τουρκική πλευρά θα περιοριστεί στις διπλωματικές διαμαρτυρίες και τις αντί-NAVTEX ή εάν θα επιχειρήσει να παρέμβει στην εξέλιξη των ερευνών.
Για την Αθήνα, η πραγματική δοκιμασία δεν βρίσκεται πλέον μόνο στις δηλώσεις των αξιωματούχων, αλλά στην ομαλή εκτέλεση των εργασιών.
Το μεγάλο διακύβευμα για Ελλάδα και Κύπρο
Ο Great Sea Interconnector αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά έργα στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για υποθαλάσσια ηλεκτρική διασύνδεση που αποσκοπεί στη σύνδεση των ηλεκτρικών συστημάτων Ελλάδας και Κύπρου, με προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ.
Το έργο, προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισ. ευρώ, υλοποιείται από τον ΑΔΜΗΕ και έχει ευρωπαϊκή χρηματοδοτική και θεσμική στήριξη. Στόχος του είναι να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια, να περιορίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και να δημιουργήσει νέες δυνατότητες μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή.
Ωστόσο, οι γεωπολιτικές διαφωνίες για τις θαλάσσιες ζώνες έχουν επανειλημμένα καθυστερήσει την υλοποίησή του.
Για την ελληνική πλευρά, το ζητούμενο είναι να προχωρήσει το έργο χωρίς να δημιουργηθεί προηγούμενο που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναγνώριση τουρκικών αξιώσεων. Για την Τουρκία, το ζήτημα συνδέεται με τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και την προσπάθειά της να διατηρήσει λόγο στις ενεργειακές εξελίξεις της περιοχής.
































