Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ συνιστούν πάντα μια σημαντική ετυμηγορία για τον εν ενεργεία πρόεδρο. Η αναμέτρηση του 2026, ωστόσο, ενδέχεται να εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο σπάνιο και καθοριστικό: τον καταλύτη μιας νέας πολιτικής εποχής.
Η κάλπη της Τρίτης είναι κρίσιμη για την προεδρία και την πολιτική παρακαταθήκη του Ντόναλντ Τραμπ. Μπορεί είτε να παρατείνει τη δεκαετή κυριαρχία του κινήματος MAGA στην πολιτική ζωή της χώρας, είτε να σηματοδοτήσει την έναρξη της παρακμής του. Για τους Δημοκρατικούς, μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία για πολιτική ρεβάνς, δύο χρόνια μετά τη συντριπτική τους ήττα στις προεδρικές εκλογές. Παράλληλα, και στα δύο κόμματα, τα αποτελέσματα θα διαμορφώσουν τα πρώτα κεφάλαια της κούρσας για τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Αυτές οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν την πρώτη ευκαιρία για τους ψηφοφόρους να θέσουν συνταγματικούς περιορισμούς σε έναν πρόεδρο που «τρέχει» χωρίς φρένα και διακατέχεται από την πιο επιθετική αντίληψη περί εκτελεστικής εξουσίας στη σύγχρονη ιστορία.
Αν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή τη Γερουσία την Τρίτη, ο Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα σαρωτικό κύμα ερευνών: για τη διαγωγή του, τα μέλη της κυβέρνησής του, τις υποψίες διαφθοράς, τη σπατάλη σε φαραωνικά έργα υστεροφημίας, την αναταραχή στο Πεντάγωνο και την εκτόξευση της προσωπικής του περιουσίας μετά την επάνοδό του στον Λευκό Οίκο.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η εκλογική αναμέτρηση λειτουργεί και ως δημοψήφισμα για μια σχεδόν διετία έντονου διχασμού, κατά την οποία ο Τραμπ επιχειρεί να διαλύσει ευρείες δομές της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, χρησιμοποιώντας την προεδρική εξουσία για να στοχοποιήσει τους πολιτικούς του ανεπάλους. Στο εξωτερικό, αντικατέστησε την παραδοσιακή παγκόσμια ηγεσία των ΗΠΑ με τον εθνικισμό του «America First», εξαπέλυσε έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, προσέγγισε τους αυταρχικούς ηγέτες της Ρωσίας και της Κίνας και προχώρησε σε εξωδικαστικές εξοντώσεις φερόμενων διακινητών στον Ειρηνικό και την Καραϊβική.
Η κάλπη, ωστόσο, είναι κρίσιμη και για τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι προσπαθούν να αποκαταστήσουν την εικόνα του κόμματος μετά τον υψηλό πληθωρισμό, την πλημμελή φύλαξη των συνόρων επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν και το χάος της αποτυχίας του να διεκδικήσει επανεκλογή.
Για να κερδίσουν ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών, πρέπει να αποδείξουν ότι δεν ορίζονται απλώς από την εναντίωσή τους στον Τραμπ, αλλά ότι μπορούν να παράγουν έργο σε μια εξαιρετικά έκρυθμη πολιτική συγκυρία και απέναντι σε έναν πρόεδρο που θα προβάλει λυσσαλέα αντίσταση. Τυχόν αποτυχία θα προκαλούσε την οργή των ψηφοφόρων το 2028.
Η ημέρα των εκλογών ενδέχεται επίσης να εξελιχθεί σε δοκιμασία για την ίδια την αμερικανική δημοκρατία. Ο Τραμπ έχει ήδη αμφισβητήσει τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας στην Αλάσκα και την Καλιφόρνια. Παράλληλα, θυμίζοντας τις προσπάθειές του να ανατρέψει το αποτέλεσμα του 2020, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών μόνο εφόσον το κρίνει «δίκαιο».
Πάνω από όλα, όμως, οι εκλογές αυτές είναι μια ευκαιρία για τους πολιτικούς να ακούσουν τους πολίτες, τους οποίους συχνά φαίνεται να ξεχνούν ότι υπηρετούν. Εκατομμύρια Αμερικανοί αναζητούν απεγνωσμένα ανακούφιση από το αυξημένο κόστος των τροφίμων, της στέγασης και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ενώ παράλληλα διακατέχονται από έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εργασιακή τους ασφάλεια.
Η αλλόκοτη εκστρατεία του Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο πιο αντισυμβατικός πρόεδρος της σύγχρονης εποχής. Η απόφασή του, ωστόσο, να μετατρέψει τις εκλογές σε προσωπικό δημοψήφισμα - εν μέσω ενός ιδιαίτερα λαομίσητου πολέμου και της έντονης λαϊκής δυσαρέσκειας για τις αποφάσεις του - υπήρξε πρωτοφανής ακόμη και για τα δικά του δεδομένα.
Οι ασταθείς και απρόβλεπτες τελευταίες ομιλίες του, σε αμφίρροπες περιφέρειες των Ρεπουμπλικανών, πραγματεύονταν σχεδόν τα πάντα εκτός από το οικονομικό ζήτημα που απασχολεί περισσότερο τους ψηφοφόρους. Καυχήθηκε για τη νέα αίθουσα δεξιώσεων που κατασκευάζει στον Λευκό Οίκο, εγκωμίασε με παράδοξο τρόπο την εμφάνιση του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή του Οχάιο, Τζον Χιούστεντ, και εξαπέλυσε ορισμένες από τις πιο οξείες ισλαμοφοβικές και μισαλλόδοξες επιθέσεις της προεκλογικής περιόδου.
Την Κυριακή, ο αμερικανός πρόεδρος υποβάθμισε τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν τους Δημοκρατικούς να επικρατούν στη Βουλή των Αντιπροσώπων και να απειλούν Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές σε πολιτείες που ο ίδιος είχε κερδίσει με μεγάλη διαφορά, υποσχόμενος αντίθετα θρίαμβο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος το βράδυ της Τρίτης.
«Η ψήφος σε οποιονδήποτε Δημοκρατικό οπουδήποτε στη χώρα είναι ψήφος για να παραδοθεί η εξουσία σε μια παράφρονα ομάδα ακραίων, γεγονός που θα μπορούσε να μας βλάψει σοβαρά. Δεν θα επιτρέψουμε να μας βλάψει τίποτα, γιατί αυτή τη στιγμή έχουμε τη σπουδαιότερη χώρα», δήλωσε ο Τραμπ στην Αϊόβα. Δίπλα του, ο πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, δεσμεύτηκε: «Θα νικήσουμε και θα σοκάρουμε τον κόσμο το βράδυ της Τρίτης. Το πιστεύω».
Αν οι ψηφοφόροι, ωστόσο, αντιδράσουν αρνητικά στην εικόνα μιας νέας «χρυσής εποχής» που προβάλλει ο Τραμπ και στην έκδηλη αδιαφορία του για τις καθημερινές τους δυσκολίες, ο πρόεδρος θα βρεθεί σε πολιτική απομόνωση - μια εξέλιξη πρωτοφανή ακόμη και για έναν άνθρωπο που έχει βρεθεί αντιμέτωπος με πληθώρα ποινικών διώξεων. Η προσωπική σφραγίδα που έδωσε στην προεκλογική εκστρατεία θα καταστήσει την ήττα ιδιαίτερα επώδυνη, ειδικά αν οι εκλεκτοί του για τη Γερουσία χάσουν σε πολιτείες όπως το Τέξας και η Τζόρτζια. Η θεωρία ότι ο «τραμπισμός» άλλαξε ανεπιστρεπτί το πολιτικό σκηνικό θα τεθεί υπό αμφισβήτηση, βυθίζοντας το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε εσωτερικές αναζητήσεις για τη μελλοντική του κατεύθυνση.
Παράλληλα, τον επόμενο χρόνο, η απομόνωσή του θα γίνει ακόμη πιο αισθητή υπό την ασφυκτική πίεση των ερευνών των Δημοκρατικών, μετά το τέλος μιας περιόδου όπου το Ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο ενέκρινε αβασάνιστα τις επιλογές του.
Μια νίκη των Δημοκρατικών θα αποτελέσει καθοριστικό τεστ
Μια καλή βραδιά για τους Δημοκρατικούς θα ισοδυναμούσε με πολιτικό σεισμό, μόλις δύο χρόνια μετά την ιστορική επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία με τη νίκη του επί της υποψηφίας των Δημοκρατικών, Κάμαλα Χάρις.
Ακόμη και αν το κόμμα καταφέρει να ανακτήσει και τα δύο Σώματα του Κογκρέσου, ωστόσο, ο Τραμπ θα διατηρήσει σημαντική ισχύ, αξιοποιώντας τις ευρείες συνταγματικές του αρμοδιότητες στην εξωτερική πολιτική. Η διαχρονική άρνησή του να υποταχθεί στους θεσμικούς ελέγχους σημαίνει ότι θα αντισταθεί σε κάθε προσπάθεια των Δημοκρατικών να περιορίσουν τις εξουσίες του, με αποτέλεσμα να αναμένονται σκληρές αναμετρήσεις για τον πόλεμο, τον προϋπολογισμό και την ασκούμενη πολιτική.
Αν παρόλα αυτά οι Δημοκρατικοί επιτύχουν την καθαρή αύξηση των τεσσάρων εδρών που απαιτείται για τον έλεγχο της Γερουσίας, θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν την προσπάθεια του Τραμπ να ολοκληρώσει τη συντηρητική μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης και, ενδεχομένως, να καλύψουν τυχόν νέες κενές θέσεις στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Επιπλέον, μια ενδεχόμενη πλειοψηφία των Δημοκρατικών θα μπορούσε να αμφισβητήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ διεξάγει τον πόλεμο με το Ιράν - τον οποίο εξάλλου διεξάγει χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου - καθώς και τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, εάν δεν έχει τερματίσει τη σύρραξη μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων των νέων βουλευτών στις 3 Ιανουαρίου.
«Αυτή τη στιγμή, το ζητούμενο είναι η σταθεροποίηση της χώρας και η επιβολή ενός ελέγχου, όχι μόνο απέναντι σε μια ανεξέλεγκτη και διεφθαρμένη προεδρία, αλλά και απέναντι στο κόστος ζωής για όλους», δήλωσε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μπράιαν Σατς στο CNN. «Το πετρέλαιο κίνησης, η βενζίνη, τα αγροτικά προϊόντα, τα καταναλωτικά αγαθά… όλα έχουν ακριβύνει, και πιστεύω ότι ο κόσμος θέλει να μας δει να παίρνουμε ορισμένες πρωτοβουλίες που θα ανακουφίσουν την πιεστική κατάσταση που βιώνει».
Παρότι η απώλεια του Κογκρέσου θα μπορούσε να καταστήσει τον Τραμπ έναν «αδύναμο πρόεδρο», ο ίδιος είναι απίθανο να συμπεριφερθεί ως τέτοιος. Η εμπειρία της πρώτης θητείας του δείχνει ότι θα ακολουθήσουν σκληρές δικαστικές διαμάχες για τις κλητεύσεις του Κογκρέσου και τις προσπάθειες των Δημοκρατικών να διεισδύσουν στα άδυτα της κυβέρνησης και να ελέγξουν τα οικονομικά της οικογένειάς του.
Το δικαίωμα βέτο που διαθέτει ο πρόεδρος, σε συνδυασμό με την απαίτηση των 60 ψήφων για την έγκριση σημαντικών νομοσχεδίων στη Γερουσία, σημαίνει ότι ο Τραμπ θα είναι σε θέση να αναχαιτίσει τις προσδοκίες των Δημοκρατικών για σαρωτικές αλλαγές.
Τα πρώτα συμπεράσματα για το 2028
Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών θα διαμορφώσουν επίσης το τοπίο για τις προεδρικές εκλογές του 2028, οι οποίες αναμένεται να ξεκινήσουν αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η καταμέτρηση των ψήφων.
Μια μεγάλη ήττα των Ρεπουμπλικανών θα μπορούσε να εγείρει αμφιβολίες για το αν ο τραμπισμός θα επιβιώσει μετά το τέλος της πολιτικής καριέρας του Τραμπ. Πιθανοί υποψήφιοι για το χρίσμα, όπως ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη λεπτή ισορροπία να διατηρήσουν τις αποστάσεις τους από έναν πρόεδρο που παραμένει δημοφιλής στη βάση του κόμματος, αλλά έχει χάσει την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης σχεδόν σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα.
Από την πλευρά τους, οι Δημοκρατικοί που ετοιμάζονται να διεκδικήσουν το χρίσμα του κόμματός τους θα αναλύσουν τα αποτελέσματα για να εντοπίσουν τα μηνύματα που φέρνουν νίκες. Κεντρικά στελέχη, όπως ο γερουσιαστής της Τζόρτζια, Τζον Όσοφ, και ο κυβερνήτης της Πενσυλβάνια, Τζος Σαπίρο, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη θέση τους πετυχαίνοντας άνετες επανεκλογές.
Παράλληλα, η επόμενη μέρα των εκλογών αναμένεται να αναζωπυρώσει την ιδεολογική διαμάχη στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος. Αν προοδευτικοί υποψήφιοι, όπως ο υποψήφιος για τη Γερυσία στο Μίσιγκαν, Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, κερδίσουν τις μάχες τους, ηγετικές φυσιογνωμίες του κινήματος, όπως η βουλευτής της Νέας Υόρκης, Αλεξάνδρια Οκάσιο-Κορτές, θα υποστηρίξουν ότι η χώρα είναι έτοιμη να αγκαλιάσει πιο αριστερές πολιτικές στην υγεία και την οικονομία.
Το ρήγμα μεταξύ προοδευτικών και μετριοπαθών φάνηκε ξεκάθαρα την Κυριακή, όταν η ηττηθείσα στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών στο Μίσιγκαν, Χέιλι Στίβενς, εξέπληξε τους πάντες υποστηρίζοντας δημόσια τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο Μάικ Ρότζερς έναντι του Ελ-Σαγιέντ, με αφορμή τη διαφωνία τους για το ζήτημα του Ισραήλ.
Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν περιορισμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στη δυνατότητα των Δημοκρατικών να αλλάξουν ουσιαστικά την πορεία της χώρας. Συνεπώς, μια νίκη το 2026 θα λειτουργήσει ως δοκιμασία για το 2028.
«Οι Δημοκρατικοί πρέπει να αποδείξουν το 2027 ότι νίκησαν», δήλωσε στο CNN ο πρώην αρχηγός προσωπικού του Λευκού Οίκου, Ραμ Εμάνουελ. «Είμαι υπέρ των εξονυχιστικών ακροάσεων, της παρακολούθησης του χρήματος, των πάντων: Βενεζουέλα, ρωσικά κεφάλαια, πετρέλαιο, όλες αυτές οι συμφωνίες», ανέφερε ο Εμάνουελ, ο οποίος θεωρείται πιθανός διεκδικητής του χρίσματος των Δημοκρατικών για το 2028.
«Αλλά αν δεν προωθήσεις τη μεταρρύθμιση του πολιτικού ήθους, δεν έχεις φέρει την αλλαγή... Αν δεν αυξήσεις τον κατώτατο μισθό, δεν έχεις αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ακρίβειας».
Αυτός είναι και ο κίνδυνος για την ηγεσία των Δημοκρατικών: η αδιαλλαξία του Τραμπ και το δικαίωμα βέτο που διαθέτει θα μπορούσαν να τους περιορίσουν στην ψήφιση αλλεπάλληλων νομοσχεδίων για το κόστος ζωής που δεν θα εφαρμοστούν ποτέ, εξέλιξη που δεν θα ικανοποιήσει τους αγανακτισμένους ψηφοφόρους.
Όλα αυτά όμως αφορούν την επόμενη χρονιά, εφόσον κερδίσουν οι Δημοκρατικοί.
Πρώτα πρέπει να ολοκληρωθεί η εκλογική διαδικασία των ενδιάμεσων εκλογών. Και ο Τραμπ φαίνεται πως συνεχίζει να μην λαμβάνει το μήνυμα. Σε μια συμβολική επίδειξη αδιαφορίας, επιλέγει να ολοκληρώσει την προεκλογική του εκστρατεία τη Δευτέρα στην Ουάσινγκτον μπροστά από την Πισίνα Αντανάκλασης - ένα μνημείο που μόλις ανακαινίστηκε με τεράστιο κόστος και αναδεικνύει την εμμονή του με τα έργα υστεροφημίας.
Με εκατομμύρια Αμερικανούς να έχουν ανάγκη από ουσιαστική οικονομική ανακούφιση, η εκδήλωση αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί η πιο γλαφυρή εξηγηση για το γιατί ο Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με μια επώδυνη ετυμηγορία την ημέρα των εκλογών.
































