Η Bridgnorth Aluminium έχει αντιμετωπίσει το Brexit, την πανδημία της Covid και αλλεπάλληλες ενεργειακές κρίσεις τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, ο φετινός χειμώνας φέρνει επιπλέον πίεση, λέει ο επικεφαλής πωλήσεων της εταιρείας, Άντριαν Μάσγκρεϊβ.
Η εταιρεία παράγει προϊόντα έλασης αλουμινίου, τα οποία χρησιμοποιούνται σε συσκευασίες, στον κατασκευαστικό κλάδο, καθώς και στην αυτοκινητοβιομηχανία και την παραγωγή μπαταριών. Όπως πολλές βιομηχανίες σε ολόκληρη την Ευρώπη, η Bridgnorth Aluminium βρίσκεται αντιμέτωπη με την απειλή εκτόξευσης του ενεργειακού κόστους, την οποία ο Μάσγκρεϊβ περιγράφει ως «η μία ανησυχία διαδέχεται την άλλη».
Η τιμή του φυσικού αερίου έχει διπλασιαστεί τους τελευταίους δύο μήνες, λόγω της αναζωπύρωσης των συγκρούσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, φτάνοντας αυτή την εβδομάδα σε υψηλό τριών ετών στη Βρετανία και την ΕΕ. Τους ψυχρότερους μήνες αναμένονται νέες αυξήσεις.
Η Bridgnorth Aluminium, η οποία απασχολεί 370 εργαζομένους στο εργοστάσιό της στο Σρόπσαϊρ, στην καρδιά της βρετανικής βιομηχανικής ζώνης, βλέπει ήδη τις επιπτώσεις. Ο συνολικός λογαριασμός της για φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια ανέρχεται σε περίπου 1,1 εκατ. λίρες τον μήνα, ποσό που αντιστοιχεί στο 18% των συνολικών δαπανών της και συνεχίζει να αυξάνεται.
Στα μεγαλύτερα συμβόλαιά της υπάρχει μια δικλείδα ασφαλείας: όταν η τιμή του φυσικού αερίου ξεπερνά ένα συγκεκριμένο όριο, οι πελάτες καλούνται να καλύψουν τη διαφορά. Το όριο αυτό ξεπεράστηκε τον περασμένο μήνα, όμως ο Μάσγκρεϊβ ανησυχεί για το αν οι πελάτες θα συνεχίσουν να συνεργάζονται με την εταιρεία.
«Πρέπει να πληρώσουν, επειδή αυτό προβλέπει το συμβόλαιο, αλλά προφανώς δεν θα τους αρέσει», τονίζει. «Όταν έρθει η ώρα της ανανέωσης, αυτό θα αποτελέσει πρόβλημα».
Η Βρετανία αναμένεται να χάσει 163.000 θέσεις εργασίας το 2026
Ο Μάσγκρεϊβ αναφέρει ότι η εταιρεία δεν βρίσκεται σε σημείο που να χρειαστεί να προχωρήσει σε απολύσεις ή προσωρινές διακοπές λειτουργίας τον χειμώνα. Άλλες επιχειρήσεις, όμως, μπορεί να μην είναι στην ίδια κατάσταση. Σύμφωνα με πρόβλεψη του Item Club, η Βρετανία αναμένεται να χάσει 163.000 θέσεις εργασίας το 2026 εξαιτίας του πολέμου, κυρίως σε περιοχές με έντονη βιομηχανική δραστηριότητα, όπως η Νότια Ουαλία και η περιοχή γύρω από τις εκβολές του Χάμπερ.
Η Bridgnorth Aluminium εξετάζει το ενδεχόμενο να παρατείνει τις διακοπές των Χριστουγέννων ή να πραγματοποιήσει νωρίτερα, τον Ιανουάριο, τις εργασίες συντήρησης που ήταν προγραμματισμένες για τον Απρίλιο, ώστε το εργοστάσιο να λειτουργεί λιγότερο κατά τις περιόδους που οι τιμές ενέργειες είναι υψηλές.
«Και φυσικά οι εργαζόμενοι το γνωρίζουν», λέει ο Μάσγκρεϊβ, «οπότε αρχίζουν κι αυτοί να ανησυχούν».
Εκτίναξη των τιμών και ελλείψεις
Η σύγκρουση ΗΠΑ - Ιράν έχει προκαλέσει διαταραχές στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, καθώς η Τεχεράνη άρχισε να επιτίθεται σε πλοία στον Κόλπο και περιόρισε την πρόσβαση μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι τιμές χονδρικής του φυσικού αερίου στη Βρετανία αυξήθηκαν αυτή την εβδομάδα στις 205 πένες ανά θερμική μονάδα, στο υψηλότερο επίπεδο από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και 101% υψηλότερα από τις 102 πένες του Ιουνίου. Στα τέλη Φεβρουαρίου βρίσκονταν στις 78 πένες ανά θερμική μονάδα.
Η Βρετανία εισάγει περίπου το 70% του φυσικού αερίου που καταναλώνει, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις διακυμάνσεις των τιμών.
Χαμηλά τα αποθέματα
Η Ευρώπη οδεύει προς τον χειμώνα με τα αποθέματα φυσικού αερίου στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 13 και πλέον ετών, καθώς η διαταραχή στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ εμπόδισε τις χώρες να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους κατά τους θερινούς μήνες, όταν οι τιμές είναι συνήθως χαμηλότερες. Αυτή τη στιγμή, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης είναι γεμάτες κατά περίπου 67% έναντι σχεδόν 80% που είναι ο εποχικός μέσος όρος.
Η Γερμανία, η οποία διαθέτει τη μεγαλύτερη δυναμικότητα αποθήκευσης στην Ευρώπη, έχει πληρότητα μόλις περίπου 50% και αναμένεται να μην πετύχει φέτος τον επίσημο στόχο του 70%. Το ίδιο αναμένεται να συμβεί και στην Ολλανδία, η οποία έχει στόχο πληρότητας 80%.
Ως ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές φυσικού αερίου στην Ευρώπη, η Βρετανία ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη. Διαθέτει από τις μικρότερες δυνατότητες αποθήκευσης στο εσωτερικό της και βασίζεται αντ’ αυτού σε εισαγωγές μέσω αγωγών από την Ευρώπη και σε φορτία LNG από τις ΗΠΑ και τη Μέση Ανατολή.
Ο Κρις Ο’Σι, διευθύνων σύμβουλος της Centrica, ιδιοκτήτριας της British Gas, δήλωσε τον περασμένο μήνα ότι η Βρετανία είχε «σχεδόν μηδενικά αποθέματα φυσικού αερίου» για τον επερχόμενο χειμώνα.
Πίεση στη γερμανική βιομηχανία
Ο Αλεξάντερ Γιούλιους, διευθύνων εταίρος της εταιρείας εμπορίας χάλυβα Macrometal Handelsgesellschaft στο Αμβούργο, λέει ότι η επιχείρησή του ανταγωνίζεται «παραγωγούς σε περιοχές όπου το ενεργειακό κόστος είναι συχνά σημαντικά χαμηλότερο και όπου οι κυβερνήσεις παρέχουν άμεση ή έμμεση στήριξη στη βιομηχανία».
Για επιχειρήσεις όπως η δική του, που ανήκουν στη γερμανική Mittelstand, τον ισχυρό τομέα των μεσαίων επιχειρήσεων, η ενέργεια δεν είναι απλώς μία ακόμη δαπάνη, αλλά «βασική εισροή για την παραγωγή».
Αντί όμως να λαμβάνουν στήριξη, όπως λέει, «σφυροκοπούνται από τους πράσινους φόρους την ώρα που το ενεργειακό κόστος εκτοξεύεται».
Προειδοποιήσεις για λουκέτα
Ο Γιούλιους, ο οποίος είναι επίσης πρόεδρος της εμπορικής ένωσης Eurometal, προειδοποιεί ότι, αν δεν ληφθούν μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, εταιρείες θα οδηγηθούν σε λουκέτο και θέσεις εργασίας θα μεταφερθούν στην Κίνα ή την Ινδία.
Η Eurometal έχει προειδοποιήσει ότι οι απώλειες θέσεων εργασίας στη μεταποίηση σε ολόκληρη την Ευρώπη μπορεί να φτάσουν τις 300.000 έως το τέλος του έτους, λόγω εν μέρει του κινεζικού ανταγωνισμού, ενώ το υψηλό ενεργειακό κόστος επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση.
Αναπόφευκτες οι διαταραχές στην παραγωγή - Προσωρινές ή και μόνιμες
Ο Άξελ Έγκερτ, γενικός διευθυντής της ευρωπαϊκής ένωσης χαλυβουργικών επιχειρήσεων, Eurofer, προσθέτει ότι οι υψηλές τιμές «αναπόφευκτα θα οδηγήσουν σε διαταραχές στην παραγωγή. Τέτοιο πρόσθετο κόστος δεν μπορεί απλά να απορροφηθεί από τις ενεργοβόρες βιομηχανίες που εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό».
«Όσο περισσότερο διαρκεί η κρίση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οι προσωρινές περικοπές της παραγωγής να μετατραπούν σε μόνιμες, με συνέπειες για τις επενδύσεις, την απασχόληση και, τελικά, τη βιωσιμότητα των βιομηχανικών μονάδων στην Ευρώπη».
Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία έχει ζητήσει επειγόντως δράση από το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, υποστηρίζοντας ότι «οι υψηλές τιμές ενέργειας αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα ανταγωνιστικά μειονεκτήματα της Γερμανίας ως επιχειρηματικός προορισμός», με τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας να είναι σε ορισμένες περιπτώσεις τριπλάσιες από εκείνες στις ΗΠΑ.
«Η Γερμανία - όπως και η ΕΕ - χρειάζεται επειγόντως μια κοινά συμφωνημένη ενεργειακή στρατηγική, με χαμηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και υποδομές δικτύων που θα μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του μέλλοντος», δήλωσε εκπρόσωπος της γερμανικής ένωσης αυτοκινητοβιομηχανιών VDA.
Η δημιουργία νέων βιομηχανικών κλάδων θα αποτελέσει «καθοριστικό παράγοντα» για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων στο μέλλον, πρόσθεσε.
«Τα προβλήματα συνεχίζουν να έρχονται το ένα μετά το άλλο»
Ιδιαίτερα εκτεθειμένος είναι ο κλάδος των χημικών, όπου οι εταιρείες χρησιμοποιούν το φυσικό αέριο τόσο για την τροφοδοσία των εργοστασίων τους όσο και ως πρώτη ύλη για την παραγωγή πολλών προϊόντων. Αυτό σημαίνει ότι κάθε άνοδος των τιμών τις πλήττει διπλά.
Ο Φραντσέσκο Μπουτσέλα, πρόεδρος της Ιταλικής Ομοσπονδίας Χημικής Βιομηχανίας, Federchimica, λέει ότι το ενεργειακό κόστος παραμένει «ο βασικός παράγοντας που υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων του κλάδου» στη χώρα.
Η ενέργεια αντιπροσωπεύει πλέον το 18% της αξίας της συνολικής παραγωγής της ιταλικής χημικής βιομηχανίας, από 14% το 2021, και το ποσοστό αυτό μπροεί να φτάσει το 23% εάν δεν υποχωρήσουν οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου. Αυτή την εβδομάδα, η τιμή του πετρελαίου έφτασε τα 107 δολάρια το βαρέλι, καθώς ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζουν τις εχθροπραξίες.
Στη Βρετανία, η παραγωγή της χημικής βιομηχανίας έχει μειωθεί κατά 60% από το 2021, σύμφωνα με τη Federchimica, ενώ τουλάχιστον 25 μονάδες έχουν κλείσει.
Ο Πίτερ Χάντσμαν, διευθύνων σύμβουλος του ομίλου χημικών Huntsman Corporation, δήλωσε στον Guardian τον Μάρτιο ότι η παρατεταμένη άνοδος των τιμών μπορεί να οδηγήσει στο κλείσιμο και της τελευταίας μονάδας της εταιρείας στη Βρετανία, στο Γουίλτον του Τίσαϊντ.
Πίσω στο Σρόπσαϊρ, ο Μάσγκρεϊβ λέει ότι η ιδιοκτήτρια της Bridgnorth Aluminium, ο βιομηχανικός όμιλος Viohalco, με έδρα στο Βέλγιο, θέλει να επενδύσει περαιτέρω στις δραστηριότητες της εταιρείας. Ωστόσο, οι οικονομικές συνθήκες καθιστούν πλέον όλο και πιο δύσκολη τη δικαιολόγηση αυτών των επενδύσεων
«Θα ήθελαν να κάνουν σημαντικές επενδύσεις - η αγορά αλουμινίου στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι αρκετά μεγάλη και θα θέλαμε να μπορούμε να πουλάμε περισσότερο στην εγχώρια αγορά», τονίζει.
Ωστόσο, το ενεργειακό κόστος και οι υπόλοιπες πιέσεις δημιουργούν «μια δύσκολη κατάσταση για τους μετόχους, που δυσκολεύονται να την κατανοήσουν και να τη σταθμίσουν... Οι συνθήκες για επενδύσεις είναι πραγματικά δύσκολες και αλλάζουν πολύ γρήγορα».
«Είμαι σε αυτόν τον κλάδο λίγο περισσότερο από 20 χρόνια. Τα πρώτα 10 χρόνια, το μακροοικονομικό περιβάλλον ήταν πάντα αρκετά σταθερό. Μετά ήρθε το Brexit, που άλλαξε τα δεδομένα, η ενεργειακή κρίση λόγω της Ουκρανίας, η Covid και τώρα αυτό».
Με πληροφορίες από Guardian































