Οι τιμές του πετρελαίου κινούνται ανοδικά την Τέταρτη, καθώς οι επενδυτές αξιολογούν την αβεβαιότητα γύρω από τις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν, μετά τις νέες στρατιωτικές ενέργειες που σημειώθηκαν μεταξύ των δύο χωρών, την ώρα που η Ουάσιγκτον επιμένει ότι οι διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη παραμένουν σε εξέλιξη.
Το αμερικανικό αργό ενισχύεται πάνω από 1%, φτάνοντας τα 94,81 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το Μπρεντ σημειώνει άνοδο 0,88%, στα 96,84 δολάρια ανά βαρέλι.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι απέκρουσε πολλαπλούς ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ προχώρησε και σε αμυντικά πλήγματα κατά του Ιράν, έπειτα από «απόπειρες επιθέσεων» από την Τεχεράνη. Οι εξελίξεις εντείνουν τις ανησυχίες για περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο διαβεβαίωσαν ότι συνεχίζονται οι επαφές με το Ιράν για την επίτευξη συμφωνίας που θα μπορούσε να συμβάλει στον τερματισμό της σύγκρουσης. Ο Ρούμπιο δήλωσε ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας ότι υπάρχει η προοπτική η Τεχεράνη να διαπραγματευτεί πτυχές του πυρηνικού της προγράμματος.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με δημοσιεύματα ιρανικών μέσων ενημέρωσης. Το πρακτορείο Fars ανέφερε ότι ΗΠΑ και Ιράν δεν έχουν ανταλλάξει μηνύματα εδώ και αρκετές ημέρες, ενώ το Tasnim υποστήριξε ότι οι Ιρανοί διαπραγματευτές προτίθενται να διακόψουν τις έμμεσες συνομιλίες με την Ουάσιγκτον και να επιδιώξουν το πλήρες κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα περάσματα για τη μεταφορά πετρελαίου παγκοσμίως.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Truth Social, χαρακτήρισε «ψευδείς και λανθασμένες» τις πληροφορίες ότι οι δύο πλευρές έχουν διακόψει τις επαφές τους.
Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει προκαλέσει εκτεταμένες αναταράξεις στον ενεργειακό τομέα της Μέσης Ανατολής, με σημαντική μείωση των εξαγωγών, διακοπές παραγωγής και επαναλαμβανόμενα πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές. Το Κατάρ, το Μπαχρέιν και το Ιράκ συγκαταλέγονται στις χώρες που έχουν δεχθεί τις μεγαλύτερες επιπτώσεις από τη σύγκρουση, με τις ζημιές να ανέρχονται σε δισεκατομμύρια δολάρια και τους χρόνους αποκατάστασης να παρατείνονται σημαντικά.

























