Μια νέα εστία έντασης στις εμπορικές σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ διαμορφώνεται με αφορμή τη φέτα, φέρνοντας στο προσκήνιο το ενδεχόμενο απευθείας επικοινωνίας μεταξύ του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου και της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Ελλάδα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.
Αφορμή στάθηκε πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του αντιπροσώπου εμπορίου των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκριρ, ο οποίος αμφισβήτησε ευθέως το καθεστώς προστασίας της ονομασίας «φέτα» στην Ευρώπη. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, υποστήριξε ότι ο όρος φέτα δεν συνδέεται με συγκεκριμένο γεωγραφικό τοπωνύμιο, εντάσσοντας το ζήτημα στη λίστα με τα «10 πιο τρελά εμπόδια» που, κατά την αμερικανική πλευρά, περιορίζουν τις εξαγωγές των ΗΠΑ.
Η θέση αυτή έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για τα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, στο οποίο υπάγεται η φέτα. Εντός της Ευρωπαϊκή Ένωση, η ονομασία χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τυρί που παράγεται στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα ιστορικής, γεωγραφικής και παραγωγικής σύνδεσης με συγκεκριμένες περιοχές της χώρας.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι καινούργιο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες παράγονται εδώ και δεκαετίες λευκά τυριά που φέρουν την ονομασία «feta», τα οποία διακινούνται τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και διεθνώς. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και τις σχετικές εμπορικές συμφωνίες των Βρυξελλών, τα προϊόντα αυτά δεν μπορούν να φέρουν την ίδια ονομασία εντός της ευρωπαϊκής αγοράς.
Η νέα αυτή αντιπαράθεση αναμένεται να ενεργοποιήσει διπλωματικά κανάλια, με την Αθήνα να καλείται να διασφαλίσει τη διατήρηση της θεσμικής προστασίας της φέτας και την Ουάσιγκτον να πιέζει για ευρύτερη πρόσβαση των αμερικανικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές. Το θέμα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή ρητορική διαφωνία, καθώς αγγίζει κρίσιμα ζητήματα οικονομίας, δικαίου και πολιτιστικής ταυτότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική πλευρά καλείται να κινηθεί σε πολλαπλά επίπεδα. Καταρχάς, μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς το καθεστώς προστασίας της φέτας εδράζεται σε κοινοτικό δίκαιο και έχει κατοχυρωθεί με αποφάσεις του Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει απορρίψει στο παρελθόν αντίστοιχες αμφισβητήσεις.
Παράλληλα, σε διπλωματικό επίπεδο, ο υπουργός Ανάπτυξης θα πρέπει να θέσει το ζήτημα απευθείας στην Αμερικανίδα πρέσβειρα, με στόχο να καταστήσει σαφές ότι η φέτα δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης αλλά κατοχυρωμένο προϊόν με συγκεκριμένο νομικό καθεστώς.
Την ίδια ώρα, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και το εμπορικό σκέλος, με την Ελλάδα να επιδιώκει την ενίσχυση της παρουσίας της αυθεντικής φέτας σε αγορές εκτός Ευρώπης, είτε μέσω συμφωνιών που αναγνωρίζουν τις γεωγραφικές ενδείξεις είτε μέσω στοχευμένων στρατηγικών προβολής. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαφοροποίηση μεταξύ ελληνικής φέτας και απομιμητικών προϊόντων καθίσταται κρίσιμος παράγοντας.
Τέλος, η ελληνική πλευρά καλείται να ενισχύσει την ενημέρωση επί τους θέματος και να εξηγήσει στην αμερικανική πλευρά πως ο ισχυρισμός ότι «δεν υπάρχει τόπος που λέγεται φέτα» αποτυπώνει άγνοια ως προς την έννοια των γεωγραφικών ενδείξεων και την ευρωπαϊκή πρακτική που δεν περιορίζεται σε ονομασίες τοπωνυμίων αλλά αφορά τη σύνδεση προϊόντος, τόπου και παραδοσιακής μεθόδου παραγωγής.






























