Κύμα παρεμβάσεων στις αγορές ενέργειας καταγράφεται διεθνώς, καθώς κυβερνήσεις επιχειρούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις από την εκτίναξη των τιμών, με σημαντικό όμως δημοσιονομικό κόστος. Η Γερμανία προχώρησε σε μείωση φόρων στα καύσιμα για δύο μήνες, σε ένα μέτρο που κοστίζει περίπου 1,75 δισ. ευρώ, ενώ ο Καναδάς ανακοίνωσε αντίστοιχο σχέδιο για βενζίνη, ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα έως τις αρχές Σεπτεμβρίου, ύψους περίπου 1,56 δισ. ευρώ.
Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, δεκάδες χώρες αναγκάστηκαν να μειώσουν φόρους, να επιδοτήσουν την ενέργεια και να ενισχύσουν τα νοικοκυριά. Ωστόσο, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης, ακόμη και σε περίπτωση τερματισμού των συγκρούσεων, εντείνονται οι προειδοποιήσεις για την πορεία των δημόσιων οικονομικών.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα ωθεί τις κυβερνήσεις σε νέα μέτρα στήριξης, αλλά υπογραμμίζει πως πολλά κράτη βρίσκονται ήδη αντιμέτωπα με υψηλό και σε ορισμένες περιπτώσεις μη βιώσιμο χρέος. «Η δημοσιονομική αντίδραση πρέπει να είναι προσεκτική, παρέχοντας στήριξη όπου χρειάζεται χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με την The New York Times, το άμεσο κόστος του πολέμου ενδέχεται να εξελιχθεί σε ευρύτερη δημοσιονομική κρίση, εφόσον οι κυβερνήσεις αυξήσουν τον δανεισμό για να χρηματοδοτήσουν εκτεταμένα προγράμματα στήριξης. Ακόμη και αν αποκατασταθεί η ομαλή διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού ενέργειας, λιπασμάτων και άλλων βασικών εμπορευμάτων εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν για μήνες ή και χρόνια, διατηρώντας τις πληθωριστικές πιέσεις και επιβραδύνοντας την ανάπτυξη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ιταλία παρέτεινε τη μείωση του φόρου καυσίμων έως τις αρχές Μαΐου, με κόστος περίπου 543 εκατ. ευρώ, ενώ στην Αυστραλία επεκτάθηκαν αντίστοιχα μέτρα ύψους περίπου 262 εκατ. ευρώ. Στην Ελλάδα, ενεργοποιήθηκαν προγράμματα όπως το fuel pass και πρόσθετες ενισχύσεις για επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στην Ασία, λόγω της υψηλής εξάρτησης από εισαγωγές ενέργειας από τη Μέση Ανατολή. Η Ιαπωνία ανακοίνωσε τη δημιουργία χρηματοδοτικού πλαισίου περίπου 9,2 δισ. ευρώ για τη στήριξη χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας στην προμήθεια πετρελαίου και άλλων αγαθών.
Την ίδια στιγμή, υπουργοί Οικονομικών από χώρες όπως η Βρετανία, η Αυστραλία και η Ιαπωνία δεσμεύτηκαν να διαχειριστούν την κρίση με δημοσιονομικά υπεύθυνο τρόπο, δίνοντας έμφαση σε στοχευμένα μέτρα για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά. Προειδοποιούν δε ότι ακόμη και με μια βιώσιμη επίλυση της σύγκρουσης, οι επιπτώσεις σε ανάπτυξη, πληθωρισμό και αγορές θα συνεχιστούν.
Το περιθώριο για νέες παρεμβάσεις εμφανίζεται περιορισμένο, καθώς το παγκόσμιο δημόσιο χρέος ανέρχεται ήδη στο 94% του ΑΕΠ και εκτιμάται ότι θα φτάσει το 100% έως το 2029, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Παρά τη σχετικά ισχυρή ανάπτυξη το 2025, δεν έχει επιτευχθεί ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση, με τα ελλείμματα να παραμένουν υψηλά και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους να αυξάνεται.
Οι πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς εντείνονται και από διαρθρωτικούς παράγοντες, όπως η αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη, η γήρανση του πληθυσμού και το κόστος της ενεργειακής μετάβασης. Παράλληλα, η αβεβαιότητα στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις και οι ανατροπές που μπορεί να επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύουν τους κινδύνους για τις οικονομίες.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλούν σε αυτοσυγκράτηση, με την πρόεδρο της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ να τονίζει ότι τα μέτρα στήριξης πρέπει να είναι προσωρινά και στοχευμένα, ενώ η Κομισιόν επιδιώκει συντονισμό ώστε να έχουν σαφές χρονικό ορίζοντα.
Η βασική πρόκληση για χώρες με ήδη επιβαρυμένα δημόσια οικονομικά είναι πώς θα χρηματοδοτήσουν τα νέα μέτρα χωρίς να αυξήσουν περαιτέρω τον δανεισμό τους. Ήδη, η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων επιβαρύνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, με τη Βρετανία να δανείζεται μέσω 10ετών τίτλων με επιτόκιο 4,92%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2008.


























