Με το πετρέλαιο Μπρεντ πέριξ των 120 δολαρίων το βαρέλι και την τιμή του φυσικού αερίου TTF κοντά στα 50 ευρώ/MWh, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια νέα ενεργειακή κρίση με γεωπολιτικά χαρακτηριστικά, παρόμοια αλλά όχι ίδια με εκείνη του 2022.
Σε αυτό το περιβάλλον, αναλυτές αναφέρουν πως τα μέτρα που πρέπει να λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση για να στηρίξει τα κράτη-μέλη πρέπει να κινούνται σε τέσσερις βασικούς άξονες: δημοσιονομική ευελιξία, αγορά φυσικού αερίου, ηλεκτρική ενέργεια και βιομηχανία, και επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.
Πρώτον, σε δημοσιονομικό επίπεδο, θεωρείται κρίσιμο τα προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια να εξαιρεθούν από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες και τον δείκτη καθαρών δαπανών. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη-μέλη θα μπορούν να επιδοτούν λογαριασμούς ρεύματος και φυσικού αερίου ή να στηρίζουν επιχειρήσεις χωρίς να επιβαρύνονται οι δημοσιονομικοί τους στόχοι. Σε μια περίοδο υψηλών τιμών ενέργειας, αυτό είναι απαραίτητο ώστε να αποφευχθεί ύφεση, απώλεια ανταγωνιστικότητας και κοινωνικές πιέσεις.
Δεύτερον, στον τομέα του φυσικού αερίου, η ΕΕ πρέπει να λάβει αποφάσεις για τις αποθήκες ενόψει του επόμενου χειμώνα. Το βασικό δίλημμα είναι αν η Ευρώπη θα γεμίσει τις αποθήκες τώρα, αποδεχόμενη υψηλές τιμές, ή αν θα περιμένει με την ελπίδα ότι οι τιμές θα πέσουν. Σε περιβάλλον γεωπολιτικής έντασης και κινδύνου διακοπής εφοδιασμού, η πιο ασφαλής στρατηγική είναι η έγκαιρη πλήρωση των αποθηκών, ακόμα και με υψηλότερο κόστος, ώστε να αποφευχθεί ενεργειακό σοκ τον χειμώνα. Παράλληλα, θα μπορούσε να ενισχυθεί ο μηχανισμός κοινών αγορών φυσικού αερίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο για καλύτερες τιμές.
Τρίτον, απαιτούνται παρεμβάσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Με υψηλές τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου, αυξάνεται το κόστος ηλεκτροπαραγωγής και απειλείται η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε σχέση με ΗΠΑ και Ασία. Η Ε.Ε. θα πρέπει να εξετάσει επιδοτήσεις ή μηχανισμούς αντιστάθμισης κόστους για βιομηχανίες όπως χάλυβας, αλουμίνιο, χημικά και τσιμέντο, ώστε να αποφευχθεί αποβιομηχάνιση.
Τέταρτον, θα πρέπει να επανεξεταστούν προσωρινά ορισμένοι κανόνες του ETS (σύστημα εμπορίας ρύπων), εφόσον οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβαρύνουν υπερβολικά τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να ανακόψει τη στρατηγική ενεργειακής μετάβασης της Ευρώπης, δηλαδή τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση ενέργειας, δίκτυα και ηλεκτρικές διασυνδέσεις, που αποτελούν τη μόνιμη λύση για την ενεργειακή ασφάλεια.





























