Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε το Σάββατο στο Axios ότι διαθέτει αρκετές «εξόδους διαφυγής» από την επιχείρηση «Epic Fury», τη μεγάλη αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν που ξεκίνησε τα ξημερώματα του Σαββάτου.
Σε τηλεφωνική συνέντευξη διάρκειας πέντε λεπτών από το Μαρ-α-Λάγκο, ο Τραμπ ανέφερε ότι έχει τη δυνατότητα είτε να κλιμακώσει τη σύγκρουση και να «αναλάβει τον πλήρη έλεγχο», είτε να την τερματίσει μέσα σε δύο ή τρεις ημέρες, απευθύνοντας νέο τελεσίγραφο στην Τεχεράνη. «Μπορώ να τους πω: “Θα τα ξαναπούμε σε λίγα χρόνια, αν αρχίσετε πάλι να χτίζετε τα πυρηνικά και πυραυλικά σας προγράμματα”», είπε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας παράλληλα ότι το Ιράν θα χρειαστεί αρκετά χρόνια για να ανακάμψει από τα πλήγματα.
Οι δηλώσεις αυτές προσφέρουν την πρώτη σαφή εικόνα της σκέψης του Τραμπ για το πώς θα μπορούσε να ολοκληρωθεί η επιχείρηση και υποδηλώνουν ότι εξακολουθεί να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διπλωματικής λύσης, παρά την κατάρρευση των αμερικανοϊρανικών συνομιλιών για τα πυρηνικά στη Γενεύη. Ένα σύντομο στρατιωτικό εγχείρημα ακολουθούμενο από νέα τελεσίγραφα θα αποτελούσε εξέλιξη πολύ διαφορετική από την αλλαγή καθεστώτος, στόχο που έχουν περιγράψει ορισμένοι αξιωματούχοι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Την ίδια ώρα, ο Τραμπ αντιμετωπίζει εσωτερικές πιέσεις, ακόμη και από τη βάση του κινήματος MAGA, να αποφύγει μια παρατεταμένη εμπλοκή στη Μέση Ανατολή.
{https://www.youtube.com/watch?v=_xGnB_pImQY}
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε δύο βασικούς λόγους για τους οποίους διέταξε τα πλήγματα. Ο πρώτος ήταν η αποτυχία των διαπραγματεύσεων της εβδομάδας, τις οποίες ηγήθηκαν οι απεσταλμένοι του Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ. Όπως είπε, «οι Ιρανοί πλησίαζαν σε συμφωνία και μετά έκαναν πίσω- ξανά και ξανά», γεγονός που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι «δεν θέλουν πραγματικά συμφωνία». Ο δεύτερος λόγος, σύμφωνα με τον ίδιο, αφορά τη μακρόχρονη συμπεριφορά του Ιράν. Ο Τραμπ αποκάλυψε ότι, ενώ έγραφε την ομιλία του την Παρασκευή για την ανακοίνωση της επίθεσης, ζήτησε από τους συνεργάτες του να συγκεντρώσουν όλα τα περιστατικά επιθέσεων που συνδέονται με το Ιράν τα τελευταία 25 χρόνια. «Είδα ότι σχεδόν κάθε μήνα έκαναν κάτι κακό, ανατίναζαν κάτι ή σκότωναν κάποιον», ανέφερε.
Παράλληλα, ο Τραμπ υποστήριξε ότι το Ιράν είχε αρχίσει να ανοικοδομεί ορισμένες από τις πυρηνικές εγκαταστάσεις που είχαν πληγεί από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στον περσινό Πόλεμο των 12 Ημερών. Αν και ανεξάρτητοι αναλυτές επιβεβαίωσαν οικοδομική δραστηριότητα σε ορισμένες τοποθεσίες, δεν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Τεχεράνη έχει επαναλάβει πυρηνικές δραστηριότητες. Ο πρόεδρος επανέλαβε ότι η απόφασή του να ξεκινήσει την επιχείρηση «Midnight Hammer», η οποία κατέστρεψε ή προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε τρεις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, άνοιξε τον δρόμο για τη σημερινή εκστρατεία. Σύμφωνα με τον ίδιο, αν δεν είχε προηγηθεί εκείνη η επίθεση, το Ιράν θα μπορούσε ήδη να διαθέτει πυρηνικό όπλο, γεγονός που θα καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε στρατιωτική δράση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν πλέον εξαπολύσει τη φιλόδοξη στρατιωτική επιχείρηση στη Μέση Ανατολή των τελευταίων δεκαετιών, με στόχο όχι μόνο την αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν αλλά και τη δημιουργία συνθηκών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην πτώση του καθεστώτος. Σύμφωνα με ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο, το επιχειρησιακό σχέδιο προβλέπει εκτεταμένους βομβαρδισμούς διάρκειας τουλάχιστον πέντε ημερών, αν και το χρονοδιάγραμμα ενδέχεται να αλλάξει ανάλογα με τις εξελίξεις στο πεδίο, συμπεριλαμβανομένης της τύχης του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε το απόγευμα του Σαββάτου ότι «πληθαίνουν οι ενδείξεις» πως ο Χαμενεΐ σκοτώθηκε μετά από ισραηλινό πλήγμα στο συγκρότημά του.
Ο Τραμπ ανέφερε ότι μίλησε το Σάββατο με τον Νετανιάχου μετά την έναρξη της κοινής επιχείρησης, λέγοντας πως είχαν «μια εξαιρετική συζήτηση» και ότι βρίσκονται «στο ίδιο μήκος κύματος». Παράλληλα, σύμφωνα με την εκπρόσωπο Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ, επικοινώνησε με τους ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, καθώς και με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε.





























