Η πρώτη χρονιά του Ντόναλντ Τραμπ στη δεύτερη θητεία του στον Λευκό Οίκο ολοκληρώνεται με μια αμερικανική οικονομία που, τουλάχιστον με βάση τους βασικούς δείκτες, μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με εκείνη που παρέλαβε. Η ανεργία παραμένει χαμηλή, η καταναλωτική δαπάνη ανθεκτική και ο πληθωρισμός, αν και επίμονος, δείχνει σημάδια σταδιακής αποκλιμάκωσης. Οι αγορές μετοχών κατέγραψαν άνοδο περίπου 16%, ενισχύοντας την εικόνα μιας οικονομίας που άντεξε την πολιτική αναταραχή και την αβεβαιότητα.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την επιφανειακή σταθερότητα, οικονομολόγοι από όλο το ιδεολογικό φάσμα προειδοποιούν ότι οι επιλογές του προέδρου θέτουν τα θεμέλια για μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. Οι δασμοί, που αποτέλεσαν τον πυρήνα της οικονομικής του ατζέντας, δεν προκάλεσαν ούτε τη βιομηχανική αναγέννηση που είχε υποσχεθεί ούτε το άμεσο πληθωριστικό σοκ που φοβούνταν πολλοί αναλυτές. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούνται σύμπτωμα μιας ευρύτερης στροφής που υπονομεύει τους μηχανισμούς οι οποίοι επί δεκαετίες στήριζαν τη δυναμική της αμερικανικής οικονομίας.
Σε αντίθεση με την πρώτη του θητεία, ο κ. Τραμπ κινήθηκε επιθετικά απέναντι σε θεσμούς-κλειδιά: αμφισβήτησε την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, παρενέβη στη λειτουργία στατιστικών υπηρεσιών, περιέκοψε τη χρηματοδότηση πανεπιστημίων και ερευνητικών προγραμμάτων, ενώ δεν δίστασε να εμπλακεί άμεσα σε ιδιωτικές επιχειρηματικές αποφάσεις. Παράλληλα, περιόρισε δραστικά τη μετανάστευση, αμφισβήτησε τις παραδοσιακές συμμαχίες των ΗΠΑ και επέβαλε δασμούς τόσο σε ανταγωνιστές όσο και σε συμμάχους.
Αν και πολλές από αυτές τις κινήσεις αμφισβητούνται δικαστικά και θα μπορούσαν να ανατραπούν από μελλοντικές κυβερνήσεις, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η ζημιά ενδέχεται να είναι σωρευτική και δύσκολα αναστρέψιμη. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης, τα υψηλότερα επιτόκια και η αυξημένη αβεβαιότητα μπορεί να εμφανιστούν σταδιακά, χωρίς ένα σαφές σημείο κρίσης που να κινητοποιήσει άμεσα τους ψηφοφόρους.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος δεν έχει καταφέρει να απαντήσει στο βασικό πολιτικό αίτημα που τον έφερε ξανά στην εξουσία: την ανακούφιση από το αυξημένο κόστος ζωής. Ζητήματα όπως η στέγαση, η παιδική μέριμνα και η υγειονομική ασφάλιση έμειναν σε δεύτερο πλάνο, ενώ η εμμονή στους δασμούς ενίσχυσε τις ανησυχίες των καταναλωτών για νέες αυξήσεις τιμών. Έρευνες καταναλωτικού κλίματος καταγράφουν αυξανόμενη ανησυχία όχι μόνο για τις τιμές, αλλά και για την αγορά εργασίας, καθώς οι προσλήψεις επιβραδύνονται και η αίσθηση επαγγελματικής ασφάλειας μειώνεται.
Οι υποστηρικτές του κ. Τραμπ επιμένουν ότι τα οφέλη των πολιτικών του χρειάζονται χρόνο για να φανούν, υποστηρίζοντας πως οι επιχειρήσεις πρέπει πρώτα να προσαρμοστούν σε ένα νέο περιβάλλον υψηλότερων δασμών και περιορισμένης προσφοράς εργασίας. Ωστόσο, η πλειονότητα των οικονομολόγων παραμένει επιφυλακτική, εκτιμώντας ότι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι δεν προέρχονται από το εμπόριο, αλλά από τη διάβρωση της θεσμικής αξιοπιστίας, τα αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και την αποδυνάμωση της επιστημονικής και ερευνητικής βάσης της χώρας.
Βραχυπρόθεσμα, λίγοι αναμένουν ύφεση μέσα στο 2026 και οι προβλέψεις κάνουν λόγο για επιτάχυνση της ανάπτυξης. Μακροπρόθεσμα, όμως, η ανησυχία παραμένει ότι οι επιλογές της σημερινής κυβέρνησης διαβρώνουν σταδιακά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Όπως προειδοποιούν οικονομολόγοι, οι επιπτώσεις μπορεί να αργήσουν να γίνουν ορατές, αλλά όταν εκδηλωθούν, θα είναι δύσκολο να αγνοηθούν.































