Μελέτη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) καταγράφει σημαντικές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο τα νοικοκυριά στις ΗΠΑ και την Ιταλία υιοθετούν την τεχνητή νοημοσύνη. Η έρευνα βασίζεται σε συγκρίσιμα στοιχεία από έρευνες νοικοκυριών και δόθηκε χθες στη δημοσιότητα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 36,4% των ενηλίκων στις ΗΠΑ δήλωσε ότι έκανε τουλάχιστον μία φορά χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης τον προηγούμενο χρόνο, έναντι 31% στην Ιταλία. Αντίστοιχα, η τακτική χρήση –τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα– ανήλθε στο 13,7% στις ΗΠΑ και στο 11,7% στην Ιταλία. Η διαφορά αυτή αποδίδεται κυρίως στη διαφορετική κοινωνικοδημογραφική σύνθεση των δύο χωρών, καθώς στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφεται υψηλότερο ποσοστό νέων, πτυχιούχων και εργαζομένων, ομάδες που εμφανίζουν αυξημένη υιοθέτηση της τεχνολογίας.
Η ανάλυση δείχνει, ωστόσο, ότι εντός συγκεκριμένων ηλικιακών και εκπαιδευτικών ομάδων οι Ιταλοί δεν υστερούν απαραίτητα στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Αντιθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στους νέους και στους πτυχιούχους, τα επίπεδα χρήσης είναι αντίστοιχα ή και υψηλότερα σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η συνολική υστέρηση της Ιταλίας εξηγείται κυρίως από τη μεγαλύτερη αναλογία ηλικιωμένων και μη πτυχιούχων στον πληθυσμό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι στάσεις απέναντι στις προοπτικές της τεχνολογίας. Παρά τη χαμηλότερη χρήση, οι Ιταλοί δηλώνουν πιο αισιόδοξοι για τον αντίκτυπο της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης στην ευημερία και τον πλούτο τους, εκτιμώντας σε μεγαλύτερο βαθμό ότι μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής και την οικονομική τους κατάσταση. Παράλληλα, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ιταλία, οι πολίτες εμφανίζονται επιφυλακτικοί στο να εμπιστευθούν πλήρως υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης σε σύγκριση με υπηρεσίες που παρέχονται από ανθρώπους, ιδίως σε ευαίσθητους τομείς όπως η τραπεζική και η δημόσια πολιτική.
Η μελέτη καταγράφει επίσης διαφορές ως προς την εμπιστοσύνη στη διαχείριση προσωπικών δεδομένων. Στην Ιταλία, οι πολίτες εμφανίζονται πιο πρόθυμοι να εμπιστευθούν το κράτος και τους δημόσιους θεσμούς για την ασφαλή χρήση δεδομένων σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, ενώ στις ΗΠΑ υψηλότερη εμπιστοσύνη συγκεντρώνουν τα παραδοσιακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Και στις δύο χώρες, πάντως, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες καταγράφουν τα χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης.
Οι συγγραφείς της έρευνας καταλήγουν ότι η μελλοντική διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τις τεχνολογικές υποδομές, αλλά και από δημογραφικούς παράγοντες, το επίπεδο ψηφιακών δεξιοτήτων και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Όπως επισημαίνεται, στοχευμένες πολιτικές που λαμβάνουν υπόψη αυτές τις διαφοροποιήσεις θα είναι κρίσιμες για την αξιοποίηση των παραγωγικών και κοινωνικών οφελών της νέας τεχνολογίας.






























