Προκειμένου να δικαιολογήσει τη στρατιωτική του επιχείρηση κατά της Βενεζουέλας, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, γύρισε τον χρόνο... δύο αιώνες πίσω, επικαλούμενος το Δόγμα Μονρόε. Ωστόσο, αυτό που στην πραγματικότητα ώθησε τον Ρεπουμπλικανό ήταν ένα άλλο κίνητρο του 19ου αιώνα: το πετρέλαιο.
Σύμφωνα με τους New York Times, αυτό που ξεκίνησε ως προσπάθεια να πιεστεί το καθεστώς της Βενεζουέλας να παραδώσει την εξουσία και να σταματήσει τη ροή ναρκωτικών και μεταναστών προς τις ΗΠΑ, από το περασμένο φθινόπωρο άρχισε να μετατρέπεται σε ξεκάθαρη πρόθεση αρπαγής του πετρελαίου της χώρας. Και ο ίδιος ο Τραμπ ήταν ο βασικός μοχλός πίσω από αυτή τη στροφή.
Αυτό δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη – ο Τραμπ είναι εμμονικός με το πετρέλαιο εδώ και δεκαετίες, αν και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου προσπαθεί να το αφήσει πίσω του. Ήδη από τη δεκαετία του 1980, ο Τραμπ διαμαρτυρόταν ότι οι ΗΠΑ προστάτευαν την Ιαπωνία, τη Σαουδική Αραβία και άλλους για να διασφαλίσουν την ελεύθερη ροή του πετρελαίου. «Ο κόσμος γελά με τους Αμερικανούς πολιτικούς, καθώς προστατεύουμε πλοία που δεν μας ανήκουν, μεταφέροντας πετρέλαιο που δεν χρειαζόμαστε, με προορισμό συμμάχους που δεν θα μας βοηθήσουν», έγραφε σε διαφημιστική καταχώριση σε εφημερίδα το 1987.
«Πάρτε το πετρέλαιο»
Αν και υποστήριξε εξαρχής τον πόλεμο στο Ιράκ, αργότερα παραπονέθηκε ότι οι ΗΠΑ δεν ωφελήθηκαν αρκετά από αυτόν. «Θα έπαιρνα το πετρέλαιο», είπε στη Wall Street Journal το 2011. «Δεν θα έφευγα από το Ιράκ αφήνοντας το Ιράν να πάρει το πετρέλαιο». Την ίδια χρονιά, απέρριψε τις ανθρωπιστικές ανησυχίες για τη Λιβύη, λέγοντας: «Με ενδιαφέρει η Λιβύη μόνο αν πάρουμε το πετρέλαιο».
Όχι τυχαία, το «πάρτε το πετρέλαιο» έγινε αργότερα το σύνθημα της πρώτης προεδρικής εκστρατείας του Τραμπ – και της πρώτης θητείας του. Παραπονιόταν ότι οι ΗΠΑ δεν πήραν «τίποτα» για όλα τα χρήματα που ξόδεψαν εισβάλλοντας στο Ιράκ: «Παλιά ίσχυε το "τα λάφυρα ανήκουν στον νικητή"… Εγώ πάντα έλεγα: "Πάρτε το πετρέλαιο"», έλεγε σε εκδήλωση το 2016.
Ως πρόεδρος, το 2019 επέμεινε στη διατήρηση των αμερικανικών δυνάμεων στη Συρία γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. «Μου αρέσει το πετρέλαιο», είπε. «Κρατάμε το πετρέλαιο».
Όμως, οι συγκρούσεις σε Ιράκ, Λιβύη, ακόμη και Συρία ξεκίνησαν από προκατόχους του Τραμπ. Η Βενεζουέλα είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση.
Εβδομάδες πριν από τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, ο Τραμπ είχε ξεκαθαρίσει τι έπρεπε να συμβεί: Στις 16 Δεκεμβρίου 2025 ανακοίνωσε πετρελαϊκό αποκλεισμό της χώρας «μέχρι τη στιγμή που θα επιστρέψουν στις ΗΠΑ όλο το πετρέλαιο, τη γη και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία που μας έχουν κλέψει».
Στη συνέχεια, μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα «διοικήσουν τη χώρα» για να αποκτήσουν το πετρέλαιό της. «Θα βάλουμε τις πολύ μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες μας, να μπουν, να ξοδέψουν δισεκατομμύρια, να φτιάξουν τις κατεστραμμένες υποδομές και να αρχίσουν να βγάζουν χρήματα», είπε.
«Θα αντλήσουμε τεράστιο πλούτο από το έδαφος», τόνισε ο Τραμπ. «Και αυτός θα πηγαίνει στις ΗΠΑ ως αποζημίωση για τις ζημιές που μας προκάλεσε αυτή η χώρα».
Την Τετάρτη, ο υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, ανακοίνωσε ότι η Βενεζουέλα θα στέλνει το πετρέλαιό της στις ΗΠΑ «και, στη συνέχεια, θα πουλάμε την παραγωγή που προέρχεται από τη Βενεζουέλα στην αγορά», κηρύσσοντας ουσιαστικά την απαλλοτρίωση των σημαντικότερων εθνικών πόρων της χώρας.
{https://x.com/JavierBlas/status/2008907954653643187?s=20}
Η εμμονή Τραμπ και το πρόβλημα
Όλα αυτά μυρίζουν έντονα... ιμπεριαλισμό του 19ου αιώνα. Όμως, το πρόβλημα με την εμμονή του Τραμπ στο πετρέλαιο είναι βαθύτερο από την επιθυμία του να το πάρει από άλλους – ακόμη και διά της βίας, αν χρειαστεί. Είναι προσκολλημένος σε έναν πόρο που εξαντλείται και του οποίου η σημασία μειώνεται συνεχώς.
Κι όμως, αυτό δεν φαίνεται να τον απασχολεί.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, ο Τραμπ μιλούσε για την ανάγκη μεγαλύτερης παραγωγής πετρελαίου. Το σύνθημα «Drill, baby, drill» έγινε κεντρικό στην ενεργειακή του πολιτική – όσο και το «πάρτε το πετρέλαιο» στις απόψεις του για τις στρατιωτικές επεμβάσεις. Κάλεσε στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών να συγκεντρώσουν 1 δισεκατομμύριο δολάρια για την εκστρατεία του, υποσχόμενος ότι η κυβέρνησή του θα ήταν «εξαιρετική συμφωνία» για τον κλάδο τους. Και μιλούσε ασταμάτητα για τα μεγάλα αποθέματα «υγρού χρυσού» στις ΗΠΑ, ισχυριζόμενος πως «Θα βγάλουμε μια περιουσία».
Ωστόσο, αυτά δεν ήταν απλώς προεκλογικές υποσχέσεις. Με την επιστροφή του στην εξουσία, ο Τραμπ χρησιμοποίησε όλες τις δυνάμεις της αμερικανικής κυβέρνησης για να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και τις εξαγωγές. Δημιούργησε Εθνικό Συμβούλιο Ενεργειακής Κυριαρχίας, άνοιξε προστατευόμενες εκτάσεις στην Αλάσκα και στο Εθνικό Καταφύγιο Άγριας Ζωής της Αρκτικής για έρευνες πετρελαίου και φυσικού αερίου, υπέγραψε νόμο για άμεσες υπεράκτιες μισθώσεις πετρελαίου και αερίου και επιτάχυνε μεταρρυθμίσεις αδειοδότησης για την ταχύτερη κατασκευή αγωγών, την επέκταση διυλιστηρίων και τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ταυτόχρονα, κατακεραύνωσε τις προσπάθειες μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, χαρακτηρίζοντάς τες μέρος μιας «απάτης» γύρω από την κλιματική αλλαγή, απέσυρε ξανά τις ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού και προχώρησε σε μια σειρά μέτρων για να τερματίσει τη μακροπρόθεσμη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Υπέγραψε νόμο που καταργεί φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδοτήσεις για την ενίσχυση της οικιακής ηλιακής ενέργειας και των ηλεκτρικών οχημάτων, επικαλέστηκε λόγους εθνικής ασφάλειας για να σταματήσει την υπεράκτια αιολική ενέργεια και τερμάτισε επιχορηγήσεις που ενθάρρυναν την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας.
Το πρόβλημα με όλες αυτές τις κινήσεις είναι ότι οι ΗΠΑ επενδύουν πλέον στα ορυκτά καύσιμα την ώρα που το παγκόσμιο μέλλον τους... μειώνεται. Σήμερα, η παραγωγή πετρελαίου ήδη ξεπερνά την κατανάλωση, και η παγκόσμια ζήτηση αναμένεται να κορυφωθεί αργότερα αυτή τη δεκαετία. Τους τελευταίους 12 μήνες, το κόστος του πετρελαίου έχει μειωθεί πάνω από 23%, καθιστώντας την περαιτέρω έρευνα και παραγωγή λιγότερο βιώσιμη οικονομικά.
Την ίδια στιγμή, η ανανεώσιμη ενέργεια γίνεται πολύ πιο αποδοτική από πλευράς κόστους. Το μέλλον βρίσκεται όλο και περισσότερο στις ανανεώσιμες πηγές, για την κίνηση των αυτοκινήτων μας, τη θέρμανση, την ψύξη, τον φωτισμό των σπιτιών μας, την τροφοδότηση των data centers και των προηγμένων εργοστασίων παραγωγής, και οτιδήποτε άλλο συντηρεί τη ζωή μας στη Γη.
Η Κίνα επενδύει (πραγματικά) στο μέλλον
Αξιοποιώντας τη δύναμη του ήλιου, την ενέργεια του ανέμου και τη θερμότητα της Γης, η Κίνα χτίζει το μέλλον της πάνω σε ανεξάντλητους πόρους. Και ενώ το Πεκίνο ηγείται αυτής της προσπάθειας, πολλοί άλλοι ακολουθούν. Όλα αυτά, τη στιγμή που οι ΗΠΑ επιστρέφουν στην εξάρτηση από μια... εξαντλήσιμη πηγή ορυκτών καυσίμων.
Αυτό στο οποίο ποντάρει ο Τραμπ είναι να γίνει η χώρα του το μεγαλύτερο –και τελευταίο– πετρελαϊκό κράτος στον κόσμο. Η Κίνα στοιχηματίζει να γίνει η μεγαλύτερη (και σε διάρκεια) ηλεκτροπαραγωγός χώρα.
Η ανάλυση του Politico καταλήγει: «Σε ποια πλευρά θα προτιμούσατε να βρίσκεστε;»
Πηγή: Politico






























