Το αμερικανικό Πεντάγωνο ανακοίνωσε χθες, Δευτέρα, –λίγη ώρα αφότου ολοκληρώθηκε η συνάντηση του προέδρου των ΗΠΑ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στο Μαρ-α-Λάγκο– την ανάθεση σύμβασης στην Boeing που αφορά πρόγραμμα κατασκευής νέων μαχητικών πολλαπλών ρόλων F-15, προοριζόμενων για την ισραηλινή πολεμική αεροπορία.
«Η σύμβαση αυτή προβλέπει τον σχεδιασμό, την ολοκλήρωση, τον εφοδιασμό με όργανα, τη δοκιμή, την παραγωγή και την παράδοση 25 νέων F-15IA στην ισραηλινή πολεμική αεροπορία»· αυτή η τελευταία έχει την «επιλογή» για την απόκτηση «άλλων 25», σύμφωνα με την ανακοίνωση που δημοσιοποίησε το αμερικανικό υπουργείο Πολέμου.
Διαδηλωτές και ακτιβιστές για την παλαιστινιακή υπόθεση και μέλη του κινήματος ειρήνης έχουν απαιτήσει η Ουάσιγκτον να σταματήσει τη χορήγηση στρατιωτικής υποστήριξης στο Ισραήλ, εξαιτίας του καταστροφικού πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν εξετάστηκε καν από τις κυβερνήσεις του ρεπουμπλικάνου προέδρου Τραμπ και του δημοκρατικού προκατόχου του, Τζο Μπάιντεν.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Πενταγώνου, οι παραδόσεις αναμένεται να έχουν ολοκληρωθεί την 31η Δεκεμβρίου 2035.
Ο Τραμπ απειλεί να προσαρτήσει τη Γροιλανδία κι η Κοπεγχάγη αγοράζει αμερικανικά αεροσκάφη
Κι αν η παραπάνω είδηση ήταν λίγο έως πολύ αναμενόμενη, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε χθες, Δευτέρα, την πώληση έναντι τιμήματος 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων αεροσκαφών παράκτιας περιπολίας και αναγνώρισης στις ένοπλες δυνάμεις της Δανίας.
Ήδη πριν από μία εβδομάδα, μάλιστα, η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε την πώληση στη Δανία πυραύλων αμερικανικής κατασκευής αξίας 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων.
Κι αυτό παρά τον πρόσφατο διορισμό από τον Αμερικανό πρόεδρο ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ για τη Γροιλανδία, του Τζεφ Λάντρι, ρεπουμπλικάνου πρώην κυβερνήτη στην πολιτεία Λουιζιάνα.
Υπενθυμίζεται πως, αφού εξελέγη εκ νέου, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει σταματήσει να δηλώνει ότι η Ουάσιγκτον «χρειάζεται» τη Γροιλανδία για την «ασφάλεια» των ΗΠΑ, προκαλώντας την οργή της Κοπεγχάγης.
Η πώληση τριών P-8 Poseidon (Boeing) «θα υποστηρίξει τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής και την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, βελτιώνοντας την ασφάλεια συμμάχου στο NATO που είναι δύναμη για την πολιτική σταθερότητα και την οικονομική πρόοδο στην Ευρώπη», ανέφερε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στη σχετική ειδοποίησή του στο Κογκρέσο, υποχρεωτική δυνάμει της αμερικανικής νομοθεσίας για μεγάλες πωλήσεις στρατιωτικού υλικού.

























