Τουλάχιστον 51 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους αυτήν την εβδομάδα κατά τη διάρκεια βίαιων αντικυβερνητικών διαδηλώσεων κατά της διαφθοράς στο Νεπάλ, που έκαναν τον γύρο του κόσμου μέσα από τις viral εικόνες του φλεγόμενου Κατμαντού.
Οι τίτλοι μιλούσαν για μια οργισμένη GenZ που βγήκε στους δρόμους διαμαρτυρόμενη για το «μαύρο» στα social media.
Ακόμη και μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού Χάτζα Σαρμά-Όλι και την άρση των περιορισμών στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, διαδηλωτές έβαλαν φωτιά σε κυβερνητικά κτήρια και σπίτια πολιτικών, ενώ λιντσάρισαν τον 65χρονο αντιπρόεδρο της χώρας και υπουργό Οικονομικών Μπισνού Παουντέλ.
Οι διαδηλώσεις και οι εξεγέρσεις δεν είναι κάτι καινούργιο στο Νεπάλ.
Η πρώτη μαζική εξέγερση το 1990 (γνωστή ως «Jana Andolan I») οδήγησε στην μετάβαση από την απόλυτη στην συνταγματική μοναρχία, ενώ το τέλος της δεύτερης το 2006 («Jana Andolan II») σήμανε την κατάργηση της μοναρχίας και το τέλος του ινδουιστικού βασιλείου του Νεπάλ.
Το 2008 αριστερά και κέντρο συνασπίστηκαν με το Κομμουνιστικό Κόμμα και προχώρησαν στην ανακήρυξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας του Νεπάλ. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν απέτυχαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες του λαού για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.
Για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, μια διαδήλωση τέτοιου μεγέθους καθοδηγείται εξ ολοκλήρου από νέους της GenZ [γεννημένους μεταξύ 1997 και 2012]. Από τον συνολικό πληθυσμό των σχεδόν 30 εκατομμυρίων, περίπου το 40% ανήκει σε αυτή τη γενιά, η οποία μεγάλωσε μέσα στη ψηφιακή κουλτούρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, βιώνοντας τα χειρότερα χρόνια πολιτικής αστάθειας και συνεχών κυβερνητικών αλλαγών.
Μόνο τα τελευταία 15 χρόνια στο Νεπάλ υπήρξαν 14 διαφορετικές κυβερνήσεις. Παρά την κάποια πρόοδο στις υποδομές - δρόμους, ηλεκτροδότηση και διαδίκτυο - η ανισότητα, η πολιτική διαφθορά, ο ελιτισμός και η οικογενειοκρατία εξακολουθούν να κυριαρχούν.
Το πρόβλημα επιδεινώνει ακόμη περισσότερο η ανεργία, που ξεπερνά το 10% συνολικά - και φτάνει πάνω από το 20% στους νέους.
Η απογοήτευση πολλών Νεπαλέζων από τη δημοκρατία, την διαφθορά και την οικονομική δυσπραγία ενισχύει τα τελευταία χρόνια τα νοσταλγικά αισθήματα υπέρ της μοναρχίας, με σημαντικό μερίδιο της κοινωνίας να ζητά πλέον την επιστροφή του βασιλιά.
Αν και αυτό το αίτημα μπορεί να φαίνεται ξεπερασμένο και εκτός εποχής, αποκαλύπτει το μέγεθος της δυσαρέσκειας και της απογοήτευσης απέναντι στην πολιτική ελίτ που βρίσκεται στην εξουσία εδώ και δύο δεκαετίες.
Μια αλληλουχία σκανδάλων και διεφθαρμένων συμφωνιών έχει διαβρώσει παντελώς την εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση, δημιουργώντας μια σοβαρή κρίση πολιτικής νομιμοποίησης.
«Πίστευα ότι η κατάργηση της μοναρχίας θα βοηθούσε τη χώρα, αλλά έκανα λάθος», ανέφερε ένας από τους περίπου 10.000 διαδηλωτές που βρέθηκαν την περασμένη Κυριακή στην υποδοχή του πρώην βασιλιά του Νεπάλ, Γκιανέντρα Σαχ, στο διεθνές αεροδρόμιο Tribhuvan.
Σε αναζήτηση ταυτότητας κι ελπίδας
Το Κατμαντού μοιάζει να βρίσκεται σε πολιτικό κενό, καθώς οι διάφορες παρατάξεις κρατούν την αναπνοή τους περιμένοντας τις εξελίξεις.
Η Σουσίλα Κάρκι, πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Νεπάλ, έχει ήδη αποδεχθεί το αίτημα των διαδηλωτών της GenZ να αναλάβει επικεφαλής της μεταβατικής κυβέρνησης, ωστόσο όλα δείχνουν πως το Κατμαντού θα παραμένει για καιρό βυθισμένο στην αβεβαιότητα.
Η χώρα των Ιμαλαΐων - σφηνωμένη ανάμεσα στην Ινδία και την Κίνα - με το ένα πέμπτο του πληθυσμού να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, παραμένει εξαρτημένη από τη διεθνή βοήθεια και τις ξένες επενδύσεις.
Μεγάλο μέρος της οικονομίας της στηρίζεται στα εμβάσματα, που αποτελούν το 27% του ΑΕΠ, ενώ τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Ινδίας και της Κίνας καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική της.
Τα δύο κύρια πολιτικά κόμματα, το Nepali Congress [σοσιαλδημοκράτες] και το UML [κομμουνιστές], έχουν αποκτήσει τέτοια σύμπνοια ώστε οι ηγεσίες τους μοιάζουν να έχουν συγχωνευθεί. Οι τρεις πολιτικοί ηγέτες - ο Πρατσάντα, ο Όλι και ο Σερ Μπαχάντουρ Ντεούμπα - εναλλάσσονται στην πρωθυπουργία από το 2015, παρά το ότι ανήκουν σε διαφορετικά κόμματα, ενώ οι πολιτικοί αποδέχονται υπουργικές θέσεις ανεξαρτήτως ιδεολογίας ή πολιτικών διαφορών. Όλοι συμφωνούν ότι η κυβέρνηση του Νεπάλ λειτουργεί ουσιαστικά χωρίς αντιπολίτευση.
«Οι κυβερνώντες στο Νεπάλ παίζουν μουσικές καρέκλες - ο ένας μετά τον άλλο, οι ίδιοι άνθρωποι παίρνουν την εξουσία», δήλωσε ο Ντιπ Κουμάρ Ουπαντχαϊ, πρώην υπουργός και πρέσβης στην Ινδία.
«Τώρα πρέπει να επαναπροσδιοριστούμε ως κράτος. Ο βασιλιάς έκανε λάθη, η κυβέρνηση έκανε λάθη, η τρέχουσα ηγεσία έκανε λάθη. Αν το Νεπάλ αναπτυσσόταν σωστά, ποιος θα σκεφτόταν τον βασιλιά και το στέμμα; Αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Όμως τώρα τα πράγματα είναι τόσο άσχημα που ο λαός σκέφτεται να επιστρέψει εκεί».
Για μερίδα της νεολαίας του Νεπάλ το στέμμα μετατρέπεται σε σύμβολο κύρους και υπερηφάνειας - μιας υπερηφάνειας που δεν ένιωσαν ποτέ για τη χώρα τους. Για αυτό η μοναρχία έχει συνδεθεί τόσο στενά με τον νεπαλέζικο εθνικισμό και όχι μόνο με τον ινδουιστικό εθνικισμό.
Σε έναν όλο και πιο ασταθή κόσμο, οι νέοι αναζητούν μια αίσθηση ταυτότητας, ακόμη κι αν δεν θυμούνται πώς ήταν η ζωή υπό απόλυτη μοναρχία.
«Ο βασιλιάς δεν είναι πολιτικό πρόσωπο. Δεν εργάζεται για το δικό του όφελος, εργάζεται για το καλό του Νεπάλ. Το Νεπάλ ήταν το μόνο ινδουιστικό βασίλειο σε όλο τον κόσμο. Μπορεί κάποια άλλη χώρα να το πει αυτό;» διερωτήθηκε πρόσφατα ένας 23χρονος σε συγκέντρωση υπέρ της μοναρχίας, οργανωμένη από το Κόμμα Rastriya Prajatantra (RPP).
Με πληροφορίες από New Lines, CNN, Al Jazeera, The Conversation




























