Μετά τις ιστορικές συναντήσεις στον Λευκό Οίκο αυτή την εβδομάδα, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι το Κίεβο και οι σύμμαχοί του «εργάζονται ήδη πάνω στο ουσιαστικό περιεχόμενο των εγγυήσεων ασφαλείας».
Την ίδια ώρα, ο Σερ Κιρ Στάρμερ προήδρευσε σε διαδικτυακή σύνοδο κρατών που εμφανίζονται έτοιμα να στηρίξουν την ασφάλεια της Ουκρανίας μετά από μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία – μιας πρωτοβουλίας που έχει χαρακτηριστεί ως «Συμμαχία των Προθύμων».
Παράλληλα, το Λονδίνο έστειλε στην Ουάσινγκτον τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Άμυνας, ναύαρχο Σερ Τόνι Ράντακιν, προκειμένου να συζητηθούν οι δυνατότητες αμερικανικής συνδρομής. Είναι προφανές ότι οι διεργασίες έχουν ήδη ξεκινήσει.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Τι σημαίνουν στην πράξη οι περίφημες «εγγυήσεις ασφαλείας»;
Το φάσμα των επιλογών είναι ευρύ, από την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων μέχρι την απειλή επιβολής βαριών οικονομικών κυρώσεων, όπως περιορισμών στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου.
Αυτό που η Ουκρανία ζητά αλλά δεν πρόκειται να λάβει σύντομα είναι η ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει ξεκαθαρίσει την αντίθεσή του, ενώ και άλλες χώρες–μέλη, όπως η Σλοβακία, βλέπουν μια τέτοια προοπτική ως επικίνδυνη, αφού θα μπορούσε να οδηγήσει τη Συμμαχία σε άμεση σύγκρουση με τη Ρωσία.
Ωστόσο, μετά από μια ειρηνευτική συμφωνία, η Ουκρανία θα χρειαστεί στιβαρές διαβεβαιώσεις για να αποτραπεί μια νέα ρωσική επίθεση. Για τον λόγο αυτό, Στάρμερ και Μακρόν έχουν δημιουργήσει έναν συνασπισμό άνω των 30 χωρών, με στόχο την παροχή διεθνούς στήριξης και εγγυήσεων.
Πιθανά σενάρια
Πιθανές μορφές προστασίας, σύμφωνα με το δημοσίευμα του BBC, θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την επιτήρηση του ουκρανικού εναέριου χώρου, με αμερικανικά και συμμαχικά αεροσκάφη να επιχειρούν από βάσεις στην Πολωνία ή τη Ρουμανία. Ωστόσο, για να έχει ουσία ένα τέτοιο μέτρο, θα πρέπει να υπάρξουν σαφείς κανόνες εμπλοκής – διαφορετικά κινδυνεύει να μείνει σε επίπεδο συμβολισμού.
Αντίστοιχα, στη Μαύρη Θάλασσα, οι δυτικοί σύμμαχοι θα μπορούσαν να περιορίσουν τις κινήσεις του ρωσικού στόλου και να διασφαλίσουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα από τα ουκρανικά λιμάνια, όπως της Οδησσού. Στην ξηρά, όμως, το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο: η Ουκρανία είναι τεράστια χώρα και η σημερινή γραμμή του μετώπου ξεπερνά τα 1.000 χιλιόμετρα. Είναι αδύνατο για τη «Συμμαχία των Προθύμων» να αναπτύξει αρκετές δυνάμεις ώστε να τη διασφαλίσει, ακόμη κι αν ο Βλαντιμίρ Πούτιν το αποδεχόταν – κάτι εξαιρετικά απίθανο.
Το Κρεμλίνο έχει καταστήσει σαφές ότι απορρίπτει οποιαδήποτε παρουσία δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία. Επομένως, η στρατιωτική βοήθεια αναμένεται να περιοριστεί σε εκπαίδευση, πληροφορίες, επιμελητειακή υποστήριξη και συνεχή προμήθεια οπλισμού.
Η Ρωσία και ρόλος των ΗΠΑ
Παραμένει, πάντως, το ερώτημα για το ποια «εγγύηση ασφαλείας» θα ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί η Μόσχα. Ορισμένοι εκτιμούν ότι η Ρωσία θα μπορούσε να δεχτεί κάποιας μορφής αμερικανική διαβεβαίωση με αντάλλαγμα την αναγνώριση των κατεχόμενων περιοχών και τον αποκλεισμό της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ.
Σε κάθε περίπτωση, καμία χώρα της Συμμαχίας δεν προτίθεται να στείλει στρατό στην Ουκρανία κόντρα στη βούληση της Ρωσίας – κανείς δεν θέλει να προκαλέσει μια παγκόσμια σύρραξη.
Η ουσιαστική παράμετρος είναι η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών. Στη σύνοδο της Αλάσκας, ο Τραμπ δεσμεύθηκε για αμερικανική εμπλοκή, αλλά ξεκαθάρισε ότι δεν θα σταλούν δυνάμεις στο έδαφος. Η Ουκρανία και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι προσδοκούν τουλάχιστον μια σταθερή δέσμευση ότι η Ουάσιγκτον θα χρησιμοποιήσει την αεροπορική της ισχύ αν η Ρωσία παραβιάσει την ειρήνη. Παρ’ όλα αυτά, η ασυνέπεια του Τραμπ στο ζήτημα δεν εμπνέει εμπιστοσύνη.
Πρώην και εν ενεργεία στρατιωτικοί εκφράζουν αμφιβολίες για το αν οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σοβαρά την υπόθεση. Ο απόστρατος αντιστράτηγος Μπεν Χότζες τόνισε ότι οι Ευρωπαίοι δεν έχουν καμία αυταπάτη για τον ρόλο του Πούτιν, αλλά ανησυχούν για την απροθυμία του Τραμπ να τον κατονομάσει ως επιτιθέμενο.
Αυτό είναι και το παράδοξο των εγγυήσεων: πρέπει να είναι αρκετά ισχυρές ώστε να αποτρέπουν τη Μόσχα, αλλά όχι τόσο ώστε να προκαλούν την οργή της. Ο πρώην υπουργός Άμυνας της Βρετανίας, Σερ Μπεν Γουάλας, σχολίασε ότι η Δύση δεν έχει δείξει την απαραίτητη αποφασιστικότητα, ενώ ο αναλυτής του RUSI, Έντουαρντ Άρνολντ, επισήμανε ότι ο Συνασπισμός των Προθύμων παραμένει περισσότερο μια πολιτική παρά μια στρατιωτική δομή. «Οι επόμενοι δύο μήνες θα κρίνουν», είπε, «αν υπάρχει πραγματική βούληση για πολιτικό ρίσκο».





























