Το βιβλίο του Ακρίτα Καϊδατζή και Χαράλαμπου Κουρουνδή είναι ένα πολύτιμο έργο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις τον Ιούλιο του 2026. Κάνει αναδρομή στο Σύνταγμα του 1975, το τελευταίο που υπήρξε στη χώρα μας, αλλά και στις ποικίλες αναθεωρήσεις που ακολούθησαν τα τελευταία χρόνια. Κάνει αναφορές και στην όψιμη αναθεώρηση που ετοιμάζει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και μας υποδεικνύει τις παγίδες που κρύβονται σ’ αυτή την αναθεώρηση. Τόσο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, όσο και για το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών.
Μας υπενθυμίζει δε τα κατάλοιπα από τα μνημονιακά χρόνια και προεξαρχόντως τη δήλωση της Άνγκελας Μέρκελ: «Τα χρεόφρενα θα είναι δεσμευτικά και εν ισχύι για πάντα. Δεν θα είναι δυνατόν ποτέ να αλλάξουν μέσω μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας».
Έχουν δε ιδιαίτερο Κεφάλαιο που επιγράφεται « Η εξέγερση των ελίτ και το Συνταγμα στον 21ο αιώνα: η επίφοβος δύναμις της πλουτοκρατίας». Και συνεχίζουν: «Τα μείζονα προβλήματα στη λειτουργία του πολιτεύματος είναι τα γνωστά: σχέσεις διαπλοκής, μαύρο πολιτικό χρήμα, αθέμιτη επιρροή του μεγάλου πλούτου, χειραγώγηση της κοινής γνώμης από μέσα μαζικής (παρα)πληροφόρησης».
Για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια αναφέρουν οι συγγραφείς: «Αν με την αναθεώρηση δεν επέρχεται πραγματική αλλαγή, το επόμενο βήμα είναι απλώς να την ‘παρακάμψουμε’ όταν θέλουμε να επιφέρουμε μια αλλαγή που φαίνεται να την εμποδίζει το Σύνταγμα […] την κανονιστική έκπτωση του θεσμού της αναθεώρησης και απ’ αυτή την αρνητική άποψη (δεν τη χρειαζόμαστε ν’ αλλάξουμε το Σύνταγμα, τη διαπιστώσαμε πρόσφατα με το ν. 5094/2024, που επέτρεψε την εγκατάσταση παραρτημάτων ιδιωτικών πανεπιστημίων της αλλοδαπής.
Το άρθρο 86 του Συντάγματος για την ποινική ευθύνη των υπουργών είναι ένα άλλο, μεγάλο, συνταγματικό πρόβλημα. Η ανάθεση της αποκλειστικής για τη δίωξη των υπουργών σ’ ένα πολιτικό όργανο, τη βουλή, μοιραία πολιτικοποιεί, μια, στην ουσία της, δικαστική διαδικασία […] Η βουλή αποφασίζει κατά πλειοψηφία, με πολιτικά- και όχι νομικά κριτήρια, κατά κανόνα, στη βάση της γραμμής που δίνει κάθε κοινοβουλευτική ομάδα. Είναι η συνταγματική αναθεώρηση ο μόνος δρόμος για να αμβλυνθεί η πολιτικοποίηση της διαδικασίας.
Το ελληνικό Σύνταγμα του 1975 είναι από εκείνα που, επίσης, είναι πολύ δύσκολο να αναθεωρηθούν. Στα πενήντα χρόνια της ύπαρξής του, αναθεωρήθηκε μόλις τέσσερις φορές. Για παράδειγμα, όσο πιο δύσκολα αναθεωρείται το Σύνταγμα τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι άτυπες ή άδηλες μεταβολές του, αφού με αυτές προσαρμόζεται στις αλλαγές του κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία μπορεί να είναι πιστή στην επαγγελία της ίσης ελευθερίας- αν όντως την εννοεί και δεν είναι κούφια ρητορεία- μόνο αν επιβληθούν ριζικοί περιορισμοί στα δικαιώματα του πλούτου. Απαιτούνται γι’ αυτό προγραμματικές διακρίσεις σε βάρος του μεγάλου πλούτου. Δραστικός περιορισμός πολιτικής συμμετοχής στους πλούσιους και τα πρόσωπα, φυσικά η νομικά που συνδέονται μ’ αυτούς. Απαγόρευση οποιασδήποτε χρηματοδότησης πολιτικών κομμάτων υποψηφίων και δραστηριοτήτων. Η κεντρική ιδέα είναι: ο μεγάλος πλούτος δεν έχει ανάγκη τα δικαιώματα, έχει την ισχύ του.
Οι συγγραφείς κάνουν και αναδρομή στο παρελθόν και μάλιστα στον Γεώργιο Παπανδρέου: «Πριν από 63 χρόνια χαρακτήρισε την πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης που προωθούσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ως «διευθυνόμενο αερόλιθο» με σκοπό τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης.
Και καταλήγουν: «Όσο η εκμετάλλευση εντείνεται και η ανισότητα διευρύνεται, η κρίση θα είναι διαρκώς παρούσα […] Οι συστημικές απαντήσεις σ’ αυτήν που καλλιεργούν το ρατσισμό και τον εθνικισμό για να δημιουργήσουν αποδιοπομπαίους τράγους και να αποπροσανατολίσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις, το μόνο που πετυχαίνουν είναι να φουσκώνουν τα πανιά της άκρας Δεξιάς. Σε μια τέτοια συνθήκη είναι αναγκαίο να τοποθετηθούμε αρνητικά απέναντι στην αναθεωρητική πρωτοβουλία που κυοφορείται και να προσανατολιστούμε στην εκ διαμέτρου κατεύθυνση.































