Ευρήματα στην Αρχαία Τενέα καθιστούν σαφές ότι ο χώρος συνδέεται με μυστηριακές τελετές ίασης, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της αρχαιολογικής έρευνας στο Χιλιομόδι Κορινθίας, που ανακοίνωσε το υπουργείο Πολιτισμού.
Τον περασμένο Οκτώβριο ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της συστηματικής ανασκαφής της αρχαίας Τενέας και πέριξ του Ταφικού Μνημείου ΙΙΙ αποκαλύφθηκε εκτεταμένο συγκρότημα με χρήση από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Το ορθογώνιο υπόγειο κτίριο περιμετρικά του οποίου εντοπίζεται εκτεταμένο λιθόστρωτο πλάτωμα- που ορίζεται στα βόρεια από αρχαία οδό με αναλημματικό τοίχο και λειτουργικούς χώρους σε παράθεση κατά μήκος της, και στα νότια από κτίριο με επιμέρους εσωτερικούς χώρους- ήταν το επίκεντρο του συγκροτήματος στην αρχαϊκή εποχή.
Στους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους το κτίριο μετατράπηκε σε στεγασμένη τελετουργική δεξαμενή συνδεδεμένη με τελετές ίασης και στα ανατολικά της διαμορφώνεται χώρος υποστηρικτικός της λειτουργίας της, αναφέρει το υπουργείο Πολιτισμού.
Τα αρχιτεκτονικά μέλη που εντοπίστηκαν μαρτυρούν την ύπαρξη ενός επιμελημένου κτίσματος στον χώρο, με συναφή λειτουργία προς το σύνολο. Από το χώρο της δεξαμενής περισυνελέγη ασημένιος στατήρας, κοπής Κορίνθου (549-510 π.Χ.), μαζί με αναθηματικά πήλινα ομοιώματα δαχτύλων, χεριού, κάτω άκρου και ένα αναθηματικό πήλινο προσωπείο, πιθανότατα ο Αρποκράτης - Ώρος παιδί.
Από αυτά τα ευρήματα, σε συνδυασμό με εκείνα που εντοπίστηκαν το 2024- όπως πήλινα αναθήματα ανθρωπίνων μελών, μετάλλινα εργαλεία παρασκευής φαρμάκων και ποσότητα δηλητηρίου αρσενικού- γίνεται πλέον σαφές ότι ο χώρος συνδέεται με μυστηριακές τελετές ίασης, αναφέρει το υπουργείο Πολιτισμού.
Η δεξαμενή ήταν το βασικό στοιχείο της ίασης που επιτυγχάνονταν με τη διαδικασία της κάθαρσης και της εγκοίμησης κοντά στο νερό. Το αναθηματικό ομοίωμα του Αρποκράτη, μαζί με ευρήματα παλαιότερων ανασκαφικών περιόδων, όπως το χρυσό δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο, που απεικονίζει τον Απόλλωνα Ιατρό, το πήλινο ανάγλυφο πλακίδιο πετεινού, τα ακροκέραμα, το σιδερένιο δαχτυλίδι και ο λύχνος με αναπαραστάσεις του Σάραπη, αλλά και τα χρυσά φύλλα λωτού που συνδέονται με τον Αρποκράτη και το πλήθος ζωοαρχαιολογικού υλικού από ζώα που χρησιμοποιήθηκαν σε μυστηριακές τελετές, ενισχύουν κατά πολύ αυτή την άποψη, σύμφωνα με το υπουργείο.
Επιπλέον, η παρουσία δε του Σάραπη και του Αρποκράτη αποδεικνύουν πως η Τενέα συμβαδίζει με τον πολιτιστικό και θρησκευτικό συγκρητισμό που προέκυψε από την Αίγυπτο και απέκτησε οικουμενικό χαρακτήρα στα χρόνια των Πτολεμαίων.
Το αρχαϊκό υπόγειο κτίριο με το πλάτωμα υπήρξε πιθανότατα ο αρχικός χώρος τέλεσης των μυστηριακών τελετών, ενώ ο αναλημματικός τοίχος με τον δρόμο αποδεικνύουν ότι ήδη από την αρχαϊκή εποχή είχε οροθετηθεί ο ιερός χώρος λατρείας στα όρια των νεκροταφείων της πόλης. Πιθανότατα λίγο μετά την κατασκευή της δεξαμενής θεμελιώθηκε και το Ταφικό Μνημείο ΙΙΙ κατά τον 1ο αιώνα π.Χ., ενώ διατηρήθηκαν και συνέχισαν να χρησιμοποιούνται οι πρώιμες δομές στον χώρο.
Στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. η εικόνα του χώρου άλλαξε άρδην, πιθανότατα εξαιτίας της πολεοδομικής αναδιάρθρωσης της ρωμαϊκής πόλης. Ο χώρος του ιερού διαμορφώθηκε σε ένα εκτεταμένο νεκροταφείο που χρησιμοποιήθηκε έως τον 5ο αιώνα μ.Χ.
Ανασκάφηκαν συνολικά 23 τάφοι, πλούσια κτερισμένοι με νομίσματα, χρυσά και χάλκινα κοσμήματα, υάλινες χάντρες και υάλινα μυροδοχεία, πήλινα αγγεία, λύχνους κ.ά. Εντός του οικιστικού ιστού της πόλης εντοπίστηκαν νέες δομές κατοίκησης ρωμαϊκών και ύστερων ρωμαϊκών χρόνων.































