Κάθε Αύγουστο οι σελίδες των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων γεμίζουν με αφιερώματα στην πιο μαύρη σελίδα της ιστορίας του νεοελληνικού κράτους, μιλάμε φυσικά για την Μικρασιατική καταστροφή. Αναφορές στις απώλειες και στις τραγικές στιγμές, στις πολιτικές και στρατιωτικές ευθύνες, στην «βαρβαρότητα» των εχθρών. Κύριο χαρακτηριστικό για τα περισσότερα από αυτά είναι η εμφάνιση της καταστροφής ως μεμονωμένο περιστατικό, η αποκοπή της από την ιστορική συνέχεια.
Ακόμα πιο ηχηρή είναι η αποκοπή των αναφορών αυτών από την πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας, στη ζωή των χιλιάδων στρατιωτών που στέλνονταν να θυσιαστούν στον βωμό του Μολώχ ή πιο σωστά στον βωμό των βρετανικών πετρελαϊκών εταιρειών. Ας φύγουμε λοιπόν από τη Σμύρνη, τον Σαγγάριο και το Αφιόν Καραχισάρ, ας φύγουμε από το Παρίσι, τις διασκέψεις και τους «μεγάλους πολιτικούς άντρες» και ας θυμηθούμε πως σε αυτήν τη χώρα ζούσε ένας λαός. Ας μιλήσουμε για τη ζωή του, αυτού του «πρόθυμου για σταθερές θυσίες», όπως έλεγε ο Ελ. Βενιζέλος.
Η ελληνική κοινωνία πριν την συνθήκη των Σεβρών
Την περίοδο 1917-1920 είχαν σκοτωθεί 29.253 στρατιώτες και αξιωματικοί, 14.765 είχαν τραυματιστεί βαριά και 3.408 αγνοούνταν. Βαρύτατος φόρος αίματος, που ερχόταν να προστεθεί σε αυτόν των Βαλκανικών Πολέμων και του Διχασμού. Εκτός από τον φόρο αίματος όμως, η κυβέρνηση Βενιζέλου, την οποία επέβαλαν οι Αγγλογάλλοι, δεν ξέχασε και τους οικονομικούς φόρους. Το 1920 οι φόροι ανήλθαν σε 480 εκατ. δραχμές από 207 εκατ. που ήταν το 1914. Με νόμο του Ιούλη του 1920 η κυβέρνηση Βενιζέλου αύξησε τα ενοίκια των οικιών μεταξύ 20% και 60% και των καταστημάτων μέχρι και 80%! Η οικονομική εξαθλίωση είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των ασθενειών και της θνησιμότητας. Με βάση επίσημα στατιστικά στοιχεία του 1921, η παιδική θνησιμότητα έφτανε στο εφιαλτικό ποσοστό 24,47%.
Την ίδια χρονιά, σε επίσημη έρευνα, καταγράφηκαν οι άθλιες συνθήκες ζωής των εργατών, που είχαν ως συνέπεια τα ποσοστά θνησιμότητάς τους να είναι πολύ μεγαλύτερα, κυρίως από φυματίωση. Οι άθλιες συνθήκες, σε κάθε επίπεδο, είχαν πολλαπλές συνέπειες: ο καθηγητής Δερματολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ Γιώργος Φωτεινός, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Πατρίς» (9/7/1920), ανέφερε πως «τα αφροδίσια νοσήματα, ιδίως τα τελευταία έτη, λυμαίνονται την παρ’ ημίν κοινωνίαν».
Η Μεγάλη Ιδέα απαιτούσε θυσίες από όλη την κοινωνία, όπως αντιτάσσει η επίσημη ιστοριογραφία. Όλη; Όχι ακριβώς. Την ίδια περίοδο (1917-1920) η Εθνική Τράπεζα είχε πενταπλασιάσει τα αποθέματά της σε δραχμές και είχε διπλασιάσει τα αποθέματα σε χρυσό και ξένο συνάλλαγμα. Την τριετία 1919-1921 οι Έλληνες εφοπλιστές διέθεσαν 12 εκατ. λίρες για την αγορά διακοσίων νέων πλοίων. Την ίδια στιγμή που θησαύριζαν, στην ασφάλεια των μετόπισθεν, οι Έλληνες καπιταλιστές διαμαρτύρονταν για τα δικαιώματα των εργατών! Ο Η. Πουλόπουλος σε άρθρο του στην «Εφημερίδα του Χρηματιστηρίου» (26/3/1920) έγραφε:
Στο παράπονο της… καταπιεζόμενης τάξης των ... βιομηχάνων ο Βενιζέλος έδειξε «ευαισθησία»: όταν στα μέσα του 1919 ξέσπασε η απεργία των τραπεζικών υπαλλήλων, με τη συμπαράσταση της ΓΣΕΕ, η κυβέρνηση συνέλαβε τους ηγέτες της και τους εξόρισε στη Φολέγανδρο. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει τον Ιούλιο του 1919 η πρώτη γενική πολιτική απεργία στην Ελλάδα, ενώ ακολούθησαν οι απεργίες των καπνεργατών, των αρτεργατών, των μηχανουργών κ.ά. Η εφημερίδα «Πατρίς» μάλιστα, στο πρωτοσέλιδο της 6ης Ιουλίου, συγχαίροντας την κυβέρνηση Βενιζέλου για τις συλλήψεις τόνιζε:
«Θα αισθανθούν αμέσως όλον τον όγκον της αμειλίκτου πυγμής του νόμου, ικανής να διαρρήξη και τα σκληροτέρας κεφαλάς των αμεταπείστων κηρύκων του ρωσσικού αναρχισμού».
Μη λησμονούμε πως την ίδια στιγμή ο πόλεμος όχι μόνο συνεχιζόταν αλλά και εντεινόταν. Το κίνημα του Κεμάλ θέριευε και όλοι στην Ελλάδα κατανοούσαν πως θα απαιτούνταν και άλλες μακροχρόνιες θυσίες, γεγονός που ούτε ο ίδιος ο Βενιζέλος αρνήθηκε. Αποτέλεσμα ήταν κατά χιλιάδες οι ανυπότακτοι και οι λιποτάκτες να καταφεύγουν στα βουνά και σε άλλες απομονωμένες περιοχές.
Μετά τη συνθήκη των Σεβρών
Σε αυτήν την τεταμένη κοινωνική ατμόσφαιρα ήρθε να προστεθεί και η αιματηρή έξαρση της αντιπαράθεσης μεταξύ των βενιζελικών και των αντιβενιζελικών. Στις 12 Αυγούστου 1920, επιστρέφοντας από το Παρίσι στην Αθήνα, ο Βενιζέλος έπεσε θύμα ανεπιτυχούς δολοφονικής απόπειρας από δύο απότακτους αντιβενιζελικούς αξιωματικούς, τον υποπλοίαρχο Απόστολο Τσερέπη και τον υπολοχαγό Γεώργιο Κυριάκη, στον σιδηροδρομικό σταθμό. Τραυματίστηκε στο χέρι, όμως οι δύσκολες επικοινωνίες της εποχής είχαν ως αποτέλεσμα στην Αθήνα να φτάσει αμέσως η φήμη πως δολοφονήθηκε.
Ξέσπασαν βίαια αντίποινα των βενιζελικών εις βάρος των πολιτικών τους αντιπάλων, καταστροφές πολιτικών γραφείων και εφημερίδων. Τα αντίποινα κορυφώθηκαν με την εν ψυχρώ δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη. Το οξυμένο κλίμα ενέτεινε ένα απρόσμενο περιστατικό: σε μια βόλτα του στο Τατόι ο βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄ δέχτηκε το δάγκωμα ενός πιθήκου, κατοικίδιο του Γερμανού γεωπόνου Στουρμ. Οι πληγές του μολύνθηκαν και στις 25 Οκτωβρίου, λίγες ημέρες πριν από τις προγραμματισμένες εκλογές, ο Αλέξανδρος πέθανε.
Η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοέμβρη του 1920 και η συζήτηση για τα αίτιά της αντικειμενικά οδήγησε και στις κοινωνικές αιτίες. «Μεγαλόψυχα» αναγνωρίζεται η «κούραση» ενός λαού που συμπλήρωνε εννέα ολόκληρα χρόνια επιστράτευσης και πολέμων, από τα Βαλκάνια μέχρι την Ουκρανία και το Εσκί Σεχίρ. Ο Βενιζέλος δήλωνε σε μια επίδειξη μεγαλοψυχίας:
«Δεν κακίζω τον λαό, του ζήτησα θυσίες μεγαλύτερες από τις δυνάμεις του, τον παρέσυρα σε έργο πολύ βαρύ. [...]
Όπως είδαμε τις θυσίες δεν τις ζήτησε από «όλον τον λαό». Το τραπεζικό, χρηματιστηριακό και εφοπλιστικό κεφάλαιο θησαύρισε, όπως θησαύρισαν και οι πολεμικές βιομηχανίες και όσοι εμπλέκονταν με τις κολοσσιαίες προμήθειες του στρατού. Σε συνδυασμό με την καθημερινή εξαθλίωση που βίωνε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, ήταν λογικό να υπάρξει αντίδραση.
Μετά τις εκλογές του Νοέμβρη 1920
Η συνέχιση του πολέμου οδήγησε σε οικονομική εξαθλίωση την πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις μετά τον Νοέμβρη του 1920 ακολούθησαν και εδώ την πολιτική του Βενιζέλου, μεταφέροντας τα βάρη του πολέμου στον ελληνικό λαό. Τους πρώτους έξι μήνες της νέας διακυβέρνησης η φορολογία αυξήθηκε κατά 32% και έφτασε από τα 420 στα 632 εκατ. Η τιμή του ψωμιού τριπλασιάστηκε.
Όσοι αδυνατούσαν να ανταποκριθούν, μαζί με τους λιποτάκτες και τους ανυπότακτους, κατέφευγαν στα βουνά. Η «Καθημερινή» τους υπολόγιζε περίπου σε 100.000, ενώ η φιλοβενιζελική «Πατρίς» (31/7/1921), διαπίστωνε πως «η ληστεία μαίνεται από άκρου εις άκρον της χώρας. […] Κι όμως η κυβέρνησις της ληστοκρατούμενης Ελλάδος παραμένει αδρανής». Σωστά τα έλεγε η καλή εφημερίδα, μόνο που στις υπόλοιπες σελίδες της προπαγάνδιζε καθημερινά –με φανατισμό– τη συνέχιση του πολέμου στη Μικρά Ασία, της κύριας αιτίας αυτών των φαινομένων.
Σε αυτήν τη συγκυρία οι μεγαλοτσιφλικάδες, που στην πλειονότητά τους υποστήριζαν τον Κωνσταντίνο, επιχείρησαν –κυρίως στη Θεσσαλία– να επαναφέρουν τους αγρότες στην κατάσταση του κολίγου με την απαίτηση του 1/3 της σοδειάς ως γαιοπρόσοδο. Το αποτέλεσμα ήταν το ξέσπασμα ταραχών. Η κυβέρνηση Γούναρη, ακολουθώντας την πεπατημένη που φτάνει μέχρι τις μέρες μας, ανακάλυψε πως για την κοινωνική αναταραχή ευθύνεται ο «εσωτερικός εχθρός», οι «προδότες». Οι εφημερίδες της κατηγορούσαν τους βενιζελικούς πως συνωμοτούσαν στο Παρίσι και στο Λονδίνο και τους αποκαλούσαν «τσέτες» της Ελλάδας.
Την ίδια ώρα, οι διώξεις και οι εξορίες ήταν καθημερινότητα για τα μέλη του ΣΕΚΕ. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση ενέτεινε την τρομοκρατία μέσα από την αξιοποίηση παρακρατικών συμμοριών. Κάθε εκδήλωση διαμαρτυρίας αντιμετωπιζόταν βίαια, ενώ σε περίπτωση απεργίας οι απεργοί συλλαμβάνονταν και η ποινή ήταν η υποχρεωτική στράτευση και αποστολή στην πρώτη γραμμή. Περίεργη αντίληψη για τη Μεγάλη Ιδέα είχαν οι πολιτικοί ηγέτες της Ελλάδας, σαν κατάρα την αντιμετώπιζαν.
Όσο προχωρούσε ο πόλεμος, στην Ελλάδα η κατάσταση γινόταν δραματική για τα λαϊκά στρώματα. Η τιμή των βασικών ειδών διατροφής είχε αυξηθεί κατά 30-50%, την ώρα που η αξία της δραχμής είχε πέσει κατά 50%. Το δημόσιο χρέος είχε αυξηθεί λόγω των πολεμικών δανείων μέσα σε λίγους μήνες κατά 1,672 δισ. δραχμές.
Ο λαός πεινούσε, όμως η «υγιής επιχειρηματικότητα» θριάμβευε: μέσα στο 1921 οι ελληνικές τράπεζες αυξήσαν τα κέρδη τους κατά 60%, ιδιαίτερα η Εθνική, η οποία αύξησε τα αποθέματά της σε χρυσό και συνάλλαγμα κατά 494 εκατ. δραχμές. Στους ισολογισμούς εκατόν εξήντα μιας μεγάλων εταιρειών που δημοσιεύτηκαν το 1921 φαίνεται πως το 75% των ακαθάριστων κερδών το καρπώνονταν οι μέτοχοι και μόλις το 25% οι εργαζόμενοι. Την ίδια χρονιά ξέσπασαν πάνω από πενήντα μεγάλες απεργίες με συμμετοχή 40.000 εργατών.
Στην κορύφωση του δράματος
Στις 22 Μαρτίου 1922 ξεκίνησε στο Παρίσι η διάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας. Ήταν η τελευταία ελπίδα για ειρηνική λύση. Η Αγγλία πρότεινε ανακωχή των δύο στρατών με διατήρηση των θέσεών τους και δημιουργία νεκρής ζώνης. Η Ελλάδα δέχτηκε με ενθουσιασμό την απόφαση, που απορρίφθηκε, φυσικά, από τον Κεμάλ. Δεν χρειαζόταν να είναι κανείς στρατιωτική μεγαλοφυΐα όπως ο Κεμάλ για να καταλάβει πως τη στιγμή που ο ίδιος δυνάμωνε, από τη μία, συνεχώς σε άντρες, οπλισμό και ηθικό και ο ελληνικός στρατός, από την άλλη, κατέρρεε μια τέτοια ανακωχή ήταν δώρο για τους Έλληνες. Και, βέβαια, την απέρριψε.
Η αποτυχία της διάσκεψης του Παρισιού δεν άφηνε αμφιβολία πως η λύση θα δινόταν σύντομα, με πολύ αίμα και βέβαιους νικητές τους Τούρκους. Το κατανοούσαν όλοι, εκτός από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία προχώρησε σε νέο –αναγκαστικό– εσωτερικό δάνειο 1,5 δισ. Δραχμών. Στις 3 Μαΐου παραιτήθηκε από πρωθυπουργός ο Γούναρης και ανέλαβε πάλι ο Στράτος, ο οποίος παραιτήθηκε στις 9 του μηνός για να αναλάβει ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης. Παραιτήθηκε επίσης ο αρχιστράτηγος Παπούλας και ανέλαβε ο στρατηγός Χατζηανέστης. Η πρώτη ενέργεια της νέας κυβέρνησης ήταν να εντείνει την τρομοκρατία κατά των απεργιών των εργαζομένων, ενώ προχώρησε και στη σύλληψη ηγετικών στελεχών του ΣΕΚΕ με την κατηγορία της «αντεθνικής δραστηριότητας».
Δυστυχώς όμως για τον ελληνικό λαό, και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, η ρόδα της ιστορίας δεν γινόταν να αλλάξει φορά. Στα τέλη του Αυγούστου του 1922, στην προκυμαία Κε της Σμύρνης θα πληρώσει με το αίμα του την επιδίωξη της ελληνικής άρχουσας τάξης να ικανοποιήσει τις μεγαλοιδεατικές βλέψεις της, λειτουργώντας ως χωροφύλακας των Μεγάλων Δυνάμεων.
«Νιώθεις πατριώτη τι έχθρός, ήταν ετούτος ο παλιολαός...»
Η ελληνική πολιτική ηγεσία, όπως περιφρόνησε τον τουρκικό λαό, με την ίδια λογική περιφρόνησε και τον ελληνικό λαό. Δέκα ολόκληρα χρόνια τον έσερνε σε εκστρατείες, τον ξεζούμισε οικονομικά, διέλυσε την κοινωνική ζωή του, κάθε διαμαρτυρία του την αντιμετώπισε με τρομοκρατία. Ήταν πολύ φυσιολογικό οι Έλληνες στρατηγοί στο μέτωπο να διαπιστώνουν πως, ενώ το ηθικό των Τούρκων ήταν υψηλό, των Ελλήνων είχε καταρρεύσει και ήταν μία από τις βασικές αιτίες που κατέρρευσε το μέτωπο σαν χάρτινος πύργος.
Παρά τις προσπάθειες να δοθεί χαρακτήρας «ηρωϊκής εποποιίας» στην εκστρατεία, την αλήθεια αποτύπωσε ο αρχηγός του ΓΕΣ, στρατηγός Ξενοφών Στρατηγός: «Η θέληση και η ενεργητικότητα των Ελλήνων στρατιώτών ήταν πολύ κατώτερες από τη θέληση και την ενεργητικότητα των σταρτιωτών του Κεμάλ». Έφταιγε λοιπόν ο «λαός» που, ενώ πεινούσε και τον έστελναν να σκοτωθεί στα βάθη της Ανατολίας, δεν έδειχνε «ενεργητικότητα!
«Νιώθεις, πατριώτη, τι εχθρός ήταν ετούτος ο παλιολαός», όπως έγραφε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στο έργο του «Ο εχθρός λαός», το οποίο μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο κοφτερός και με πικρό χιούμορ λόγος του μεγάλου συγγραφέα ταιριάζει απόλυτα με τις αιτιάσεις των απολογητών του «εθνάρχη» Βενιζέλου, των απολογητών της Μεγάλης Ιδέας που από την ασφάλεια των φρουραρχείων της Αθήνας και της Σμύρνης έψεγαν αυτόν τον... «παλιολαό».
Αν στους αναγνώστες και τις αναγνώστριες η ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής θυμίζει σύγχρονες καταστάσεις, αν οι δηλώσεις των κ.κ. Δένδια και Πλεύρη για την «ανάγκη να προετοιμαστούμε για φέρετρα» θυμίζουν τα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» των Βενιζελικών και των Κωνσταντινικών... σωστά τα θυμίζουν. Ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μην έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα!






























