Σε έξαρση βρίσκεται ο ιός του Δυτικού Νείλου στη χώρα, με τους ειδικούς να συνιστούν αυξημένη εγρήγορση και συστηματική τήρηση των μέτρων προστασίας, χωρίς ωστόσο να υπάρχει λόγος για πανικό.
Μιλώντας στο ΕΡΤnews, ο καθηγητής Πνευμονολογίας και Εντατικής Θεραπείας και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΔΥ, Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, εξήγησε ότι ένας από τους βασικούς λόγους για την αύξηση των κρουσμάτων δεν είναι τόσο ο συνολικός αριθμός των κουνουπιών όσο το γεγονός ότι φέτος καταγράφεται σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό μολυσμένων κουνουπιών.
Παράλληλα, όπως ανέφερε, οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν εντείνει τις παρεμβάσεις τους. Οι ψεκασμοί έχουν αυξηθεί κατά περίπου 30% σε σύγκριση με πέρυσι, ενώ η αποτελεσματικότητά τους παρακολουθείται μέσω ειδικών παγίδων που καταγράφουν την παρουσία και τον αριθμό των κουνουπιών στις περιοχές όπου εφαρμόζονται τα μέτρα.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dl22pkxjhlrl?integrationId=40599y14juihe6ly}
Τρεις παράγοντες καθορίζουν την εξάπλωση του ιού
Σύμφωνα με τον κ. Βασιλακόπουλο, η δυναμική του ιού του Δυτικού Νείλου επηρεάζεται από τρεις βασικούς παράγοντες: τον αριθμό των κουνουπιών, το ποσοστό των κουνουπιών που είναι μολυσμένα και την παρουσία άγριων πτηνών.
Ο κύκλος μετάδοσης ξεκινά από τα μολυσμένα πτηνά, τα οποία αποτελούν πηγή του ιού για τα κουνούπια. Στη συνέχεια, τα μολυσμένα κουνούπια μπορούν να μεταδώσουν τον ιό στον άνθρωπο μέσω του τσιμπήματος.
Η επιδημιολογική επιτήρηση που πραγματοποιείται από το 2010 έχει δείξει, σύμφωνα με τον καθηγητή, ότι παρατηρούνται εξάρσεις της δραστηριότητας του ιού περίπου κάθε επτά έως οκτώ χρόνια.
Ο καιρός επηρεάζει την εικόνα
Καθοριστικό ρόλο στη φετινή εικόνα φαίνεται να διαδραματίζουν και οι καιρικές συνθήκες, καθώς η θερμοκρασία και η υγρασία επηρεάζουν τον κύκλο ζωής και τη δραστηριότητα των κουνουπιών.
Την ίδια ώρα, ειδικοί έχουν επισημάνει ότι η παρουσία του ιού συνδέεται με μολυσμένα πτηνά, κυρίως κορακοειδή, όπως κοράκια, καρακάξες και κίσσες. Η αυξημένη κυκλοφορία του ιού σε συγκεκριμένες περιοχές μπορεί να υποδηλώνει την ύπαρξη μολυσμένων πληθυσμών πτηνών.
Η φετινή έξαρση δεν αποτελεί, επομένως, αποτέλεσμα ενός και μόνο παράγοντα. Η παρουσία περισσότερων μολυσμένων κουνουπιών, οι περιβαλλοντικές συνθήκες και ο κύκλος μετάδοσης μεταξύ πτηνών και κουνουπιών συνθέτουν ένα πιο σύνθετο επιδημιολογικό φαινόμενο.
Ποιοι χρειάζεται να είναι περισσότερο προσεκτικοί
Για τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, η λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου δεν γίνεται καν αντιληπτή, καθώς μπορεί να μην εμφανιστούν συμπτώματα.
Ωστόσο, ένα μικρό ποσοστό όσων μολύνονται μπορεί να εμφανίσει σοβαρότερη νόσηση, όταν προσβάλλεται το κεντρικό νευρικό σύστημα. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γκίκα Μαγιορκίνη, η προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος αφορά περίπου έναν στους 150 ανθρώπους που μολύνονται.
Μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται ιδιαίτερα από τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, καθώς η σοβαρή νόσηση είναι αυτή που μπορεί να οδηγήσει σε ανάγκη νοσηλείας και εξειδικευμένης ιατρικής αντιμετώπισης.
Τα μέτρα προστασίας
Οι ειδικοί καλούν τους πολίτες να μην αμελούν τα μέτρα ατομικής προστασίας, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου καταγράφεται αυξημένη δραστηριότητα του ιού.
Μεταξύ των βασικών συστάσεων είναι η χρήση εντομοαπωθητικών, η απομάκρυνση στάσιμων νερών από γλάστρες, δοχεία και άλλα σημεία γύρω από το σπίτι, καθώς και η χρήση κατάλληλων ρούχων που καλύπτουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του σώματος, ιδιαίτερα τις ώρες και στις περιοχές όπου υπάρχει αυξημένη δραστηριότητα κουνουπιών.
Παράλληλα, οι Περιφέρειες και οι δήμοι συνεχίζουν τους στοχευμένους ψεκασμούς, με ιδιαίτερη έμφαση σε σημεία όπου μπορούν να αναπτυχθούν πληθυσμοί κουνουπιών, όπως χώροι με στάσιμα νερά, φρεάτια και υγρά ή σκιερά σημεία. Σε περιοχές με αυξημένα κρούσματα, οι παρεμβάσεις έχουν ενταθεί ακόμη περισσότερο.
Η αυξημένη παρουσία του ιού σημαίνει ότι η ατομική προστασία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, την ώρα που οι αρμόδιες αρχές συνεχίζουν την επιτήρηση και τις παρεμβάσεις για τον περιορισμό των κουνουπιών.
Καθώς η δραστηριότητα του ιού αναμένεται να παραμείνει αυξημένη το επόμενο διάστημα, η συνέχιση των ψεκασμών σε συνδυασμό με την τήρηση των μέτρων προστασίας από τους πολίτες θεωρείται κρίσιμη για τον περιορισμό της μετάδοσης.






























