Για τη Β΄ Πολιορκία του Μεσολογγίου έχουμε την τύχη να υπάρχει αφθονία πρωτογενών αλλά και δευτερογενών πηγών. Για κανένα άλλο γεγονός του 1821 δεν διαθέτουμε τόση πλούσια βιβλιογραφία. Απομνημονεύματα πρωταγωνιστών, όπως του στρατιωτικού διοικητή της πόλης στρατηγού Σπυρομίλιου, των αγωνιστών Νικόλα Κασομούλη, Αρτέμιου Μίχου και Πέτρου Στεφανίτση. Από τα έργα Ελλήνων ιστορικών, ως πιο ολοκληρωμένο μπορούμε να θεωρήσουμε το ομώνυμο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη. Αντίστοιχα, διαθέτουμε έργα και ξένων ιστορικών από τα οποία ξεχωρίζει η Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου του ιστορικού, δημοσιογράφου και ποιητή Auguste Fabre που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1827, μόλις έναν χρόνο μετά την Έξοδο, μέσα στο έντονα φορτισμένο κλίμα. Φυσικά, κάθε μεταγενέστερο ιστορικό έργο που αναφέρεται συνολικά στην ελληνική Επανάσταση αφιερώνει μεγάλο μέρος στην πολιορκία και στην Έξοδο.
Και δεν είναι μόνο αυτά, ο Π. Μπουκάλας επισημαίνει:
Η πολιορκία ιστορήθηκε μάλιστα με αρκετούς διαφορετικούς τρόπους. Με τον τρόπο της επώνυμης ποίησης, αν θυμηθούμε τις στροφές που αφιερώνει στην πρώτη πολιορκία ο Διονύσιος Σολωμός στον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, που πρωτοεκδόθηκε άλλωστε στο Μεσολόγγι, το 1825, εκ της τυπογραφίας Δ. Μεσθενέως. Ας σημειώσω εδώ ότι η απήχηση των αγώνων του Μεσολογγίου στις τέχνες, πανευρωπαϊκά, υπήρξε τεράστια. Το προσμαρτυρεί το βιβλίο του Σπύρου Κανίνια Ελευθερία: Οι πολιορκίες και η Έξοδος του Μεσολογγίου σε ευρωπαϊκά ποιητικά, πεζά και μουσικά έργα (2002). Με τον τρόπο των δημοτικών τραγουδιών, ελληνικών αλλά και ορισμένων αλβανικών, γεγονός μάλλον πρωτοφανές και ανεπανάληπτο. Με τον τρόπο της ημιεπώνυμης ποίησης, προσαρμοσμένης στην τεχνική των δημοτικών τραγουδιών: η Ιστορία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, που αποδίδεται στον Στασινό Μικρούλη, εκδόθηκε στο Μεσολόγγι το 1824. Και με τον τρόπο του θεάτρου. Το 1826, όταν η Επανάσταση έμοιαζε χαμένη, η Ευανθία Καΐρη, μικρότερη αδερφή του κορυφαίου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη, εξέδωσε ανωνύμως στο Ναύπλιο την «ηρωική τραγωδία» Νικήρατος, με θέμα της το πολιορκημένο Μεσολόγγι και την Έξοδο. Το έργο, μια άμεση, θερμή παρέμβαση στα γεγονότα, πρωτοπαρουσιάστηκε το 1827 στην Ερμούπολη, μπροστά σε πρόσφυγες.
Σε αυτόν τον πλούτο πηγών έρχεται να προστεθεί και μια ξεχωριστή και πρωτόγνωρη για τον ελληνικό χώρο: Η εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά που τυπωνόταν στο Μεσολόγγι. Ήταν εφημερίδα δισεβδομαδιαία –συνήθως κάθε Τετάρτη και Σάββατο– που εκδιδόταν στο Μεσολόγγι από τον Ελβετό γιατρό Johann Jacob Meyer με τη συνεργασία του Θεσσαλονικιού τυπογράφου Δημήτρη Μεσθενέα. Προμετωπίδα του κάθε φύλλου: «Τα πλείω οφέλη, τοις πλείοσι», φράση που αποδίδεται στον Αμερικανό πολιτικό Benjamin Franklin.
Από τους πρώτους μήνες της άφιξής του στο Μεσολόγγι ο Α. Μαυροκορδάτος επιχείρησε να εκδώσει εφημερίδα με το «κιβώτιον τυπογραφικόν» που μετέφερε, χωρίς όμως επιτυχία. Τον Νοέμβριο του 1823, ο Άγγλος συνταγματάρχης Leicester Stanhope κατέφτασε στην Κεφαλονιά, φέρνοντας μαζί του ένα αγγλικό πιεστήριο και τυπογραφικά στοιχεία, δώρα της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου.
«Το ένα τυπογραφείο, που έφερε ο Leicester Stanhope με δαπάνες του φιλελληνικού κομιτάτου, παραχωρήθηκε στον Meyer, εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι και από τις αρχές Ιανουαρίου 1824 άρχισε να εκδίδει τα Ελληνικά Χρονικά», σημειώνει ο Απόστολος Βακαλόπουλος στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού.
Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε την 1η Ιανουαρίου 1824 και το τελευταίο στις 20 Φεβρουαρίου 1826, όταν πυρά του πυροβολικού του Κιουταχή κατέστρεψαν το τυπογραφείο. Συνολικά κυκλοφόρησαν 226 φύλλα, σίγουρα εντυπωσιακός αριθμός. Η εφημερίδα διακινούνταν μόνο μέσω συνδρομητών έχοντας ένα ευρύ δίκτυο αντιπροσώπων στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό ενώ η ετήσια συνδρομή της κόστιζε έξι ισπανικά τάλιρα. Κατά κανόνα ήταν τετρασέλιδη εκτός από τις περιπτώσεις που η πληθώρα ύλης αύξανε το μέγεθός της σε εξασέλιδη. Εκατό φύλλα από κάθε έκδοση διανέμονταν δωρεάν στους πολίτες του Μεσολογγίου, φυσικά χέρι με χέρι τη διάβαζε όλη η Δυτική Στερεά Ελλάδα και όχι μόνο. Η ύλη της αποτελούνταν κυρίως από τις προκηρύξεις και ανακοινώσεις της ελληνικής διοίκησης, εσωτερικές και εξωτερικές ειδήσεις ενώ συχνά δημοσιεύονταν και λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως ποιήματα, καθώς και επιστολές συνδρομητών.
Η εφημερίδα αποτελεί ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών για εκείνη την περίοδο και φυσικά, όπως όλες οι πηγές, πρέπει να αντιμετωπίζεται κριτικά. Η πολιτική γραμμή της έχει σχολιαστεί έντονα. Ο Meyer ήταν φιλελεύθερος, υποστηρικτής των δυτικών αστικών δημοκρατιών και της ανεξαρτησίας του Τύπου. Αυτό εκφράστηκε με την ταύτισή του, σε πολλές περιπτώσεις, με τον Μαυροκορδάτο, καθώς θεωρούσε πως ο Φαναριώτης πολιτικός εκπροσωπούσε το δυτικό πολιτικό πνεύμα. Από την άλλη, του ήταν ανοίκειες οι καταστάσεις που συνάντησε στην Ελλάδα, όπως ο θεσμός των αρματολών.
Η ταύτιση αυτή τον οδήγησε σε σημαντικά λάθη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αρθρογραφία του κατά την περίοδο της σύγκρουσης Μαυροκορδάτου - Καραϊσκάκη. Υπερασπιζόμενος τον Μαυροκορδάτο, παρέβη κάθε κανόνα δεοντολογίας. Η υποτιθέμενη «δίκη» του Καραϊσκάκη (01/04/1824) που «έστησε» ο Μαυροκορδάτος ήταν παρωδία όμως ο Meyer στην εφημερίδα την παρουσίασε ως «θρίαμβο» του Φαναριώτη πρίγκιπα. Έφτασε να γράψει για τον οπλαρχηγό, που ως γνωστόν έπασχε από φυματίωση:
«Η φθίσις του κατήντησεν εις τον τρίτον βαθμόν, καθώς εβεβαίωσαν οι γιατροί, και δεν θέλει ζήσει πολύν καιρόν ακόμη».
Στην πραγματικότητα η εφημερίδα λειτουργούσε ως ανεπίσημο όργανο του «Οργανισμού της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος», δηλαδή του Μαυροκορδάτου. Από την άλλη πλευρά, η αρθρογραφία και τα σχόλια ήταν στο πνεύμα του Διαφωτισμού, υπέρ της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων των λαών και κατά των μοναρχιών. Αυτό προκάλεσε τη σύγκρουση του Meyer με τον Byron που θεωρούσε πως τα άρθρα αυτά θα προκαλούσαν αντιδράσεις στους κύκλους των ευρωπαϊκών μοναρχιών. Σε επιστολή του προς τον Stanhope ο Byron γράφει ειρωνικά:
Ο Dr. Meyer, ο εκδότης με την απαραβίαστη ελευθερία του Τύπου, παραδέχεται την Ελευθερία να την ασκεί με απεριόριστη διάκριση, (όπως μου λέγουν) κατά τη θέληση και την ευχαρίστησή του. Είναι ο συγγραφέας ενός άρθρου κατά της μοναρχίας, από το οποίο ενδέχεται να έχει ωφέλεια και φήμη, αλλά οι εκδότες θα βρουν τον μπελά τους, αν δεν λάβουν τα μέτρα τους. Από όλους τους μικρούς τυράννους αυτός είναι ο πιο μικρός, όπως είναι οι πιο πολλοί δημαγωγοί που γνώρισα κάποτε. Είναι Ελβετός ως προς την καταγωγή και Έλληνας ως προς την αξίωσή του να είναι.
Με τις απόψεις του Byron συντάχτηκε και ο Μαυροκορδάτος που κατέφυγε και σε απειλές αλλά και σε δωροδοκία μέσω προσφοράς αξιωμάτων για να τιθασεύσει τη φλογερή πολιτική αρθρογραφία των Ελληνικών Χρονικών, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Ο Ελβετός γιατρός, που ήρθε στην Ελλάδα τον Σεπτέμβρη του 1821 σε ηλικία 23 ετών, παρά τα λάθη του, ήταν αληθινός δημοκράτης και αγωνιστής. Πριν την Έξοδο, έθαψε τα υπολείμματα του πιεστηρίου «διά να μην μολυνθώσιν από βαρβαρικάς χείρας, αφού εχρησίμευσαν εις τοιούτον ιερόν έργον» και έστειλε επιστολή σε έναν φίλο του στο εξωτερικό. Έγραφε:
«Η τελευταία μας ώρα ήγγικεν. Η ιστορία θέλει να μας δικαιώσει και οι μεταγενέστεροι θέλουν ελεεινολογήσει την συμφοράν μας. Εγώ δεν καυχώμαι διότι εντός ολίγου το αίμα ενός Ελβετού, ενός απογόνου του Γουιλιέλμου Τέλλου, μέλλει να συμμιχθεί με τα αίματα των Ηρώων της Ελλάδος. Είθε να μη χαθεί μετ’ εμού το διήγημα της πολιορκίας του Μεσολογγίου, το οποίον συνέγραψα».
Ο Meyer θα πολεμήσει ως την τελευταία στιγμή και θα σκοτωθεί στην Έξοδο, μαζί με την Ελληνίδα σύζυγό του Αλτάνη Ιγγλέζου και τα δύο παιδιά τους. Δυστυχώς, το «διήγημά» του, ουσιαστικά το πολύτιμο χρονικό της πολιορκίας που έγραφε, χάθηκε. Όπως είπαμε, έκανε λάθη, ποιος όμως από τους αγωνιστές του 1821 δεν έκανε;
Ο Νικόλας Κασομούλης και τα «Ενθυμήματα»
Ο στρατηγός Τιμολέων Βάσσος (1836-1929) ήταν ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος και παθιασμένος συλλέκτης σπάνιων βιβλίων και κειμηλίων. Γιος του αγωνιστή του 1821 Βάσου Μαυροβουνιώτη, είχε πάθος με κάθε κείμενο ή αντικείμενο που αφορούσε την εποχή της Επανάστασης. Φυσικά, όπως όλοι οι μανιώδεις συλλέκτες ζήλευε παθολογικά τους… αντίζηλους, ήθελε αυτός να έχει τα πιο πολύτιμα αντικείμενα.
Ο Βάσσος συνδεόταν με στενή φιλία με τον μεγαλύτερο ιστοριοδίφη που έβγαλε ο τόπος μας, τον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον άνθρωπο που ανέσυρε από τη σκόνη του χρόνου τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη και πολλά ακόμη σπάνια ντοκουμέντα που μας επιτρέπουν να δούμε με πιο καθαρή ματιά την εποχή. Σε μια στιγμή… αδυναμίας ο Βάσσος αποκάλυψε στον Βλαχογιάννη πως γνώριζε για το χειρόγραφο του Κασομούλη όμως ζηλότυπα αρνιόταν να του αποκαλύψει πού βρισκόταν! Ας τα πει ο ίδιος ο Βλαχογιάννης:
[…] συλλέκτης σπάνιων βιβλίων, χαρτιών και εικόνων, με ζήλευε προκαταβολικά, με ζήλευε αν θα αποκτούσα εγώ το χειρόγραφο και όχι αυτός. Ήθελε το χειρόγραφο να σωθή αλλά πάλι […] να τον έχει άλλος αυτόν τον θησαυρό; Χαριτωμένοι δισταγμοί φιλότεχνου που τους ένοιωθα κι εγώ. Τέλος, δύο χρόνια πριν πεθάνη [τον Οκτώβρη του 1929] ένιωσε ο μακαρίτης την ανάγκη να μου χαρίση το ακριβό του μυστικό: «γράψε, κ. Π.Α. Ανδρέου, Στυλίδα. Αυτός είναι ο κάτοχος του χειρόγραφου του Κασομούλη.»
Ο Βλαχογιάννης πηγαίνει στη Στυλίδα όπου ο Ανδρέου τον πληροφορεί πως το χειρόγραφο βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, στα χέρια του γαμπρού του, του Φίλιππου Βώκου. Τελικά, το 1929 ο Βλαχογιάννης θα το αποκτήσει και φυσικά καταλαβαίνει αμέσως την αξία του. Την αξία του ως ιστορική πηγή γιατί ως κείμενο είναι απλά… φριχτό.
« Ο καημένος ο Κασομούλης έμαθε κάτι κολλυβογράμματα και το πήρε επάνω του ο ευλογημένος γιατί κατάφερε να αναμασά κάμποσες ελληνικούρες», σχολιάζει ο Δ. Φωτιάδης.
Εκτός από τις γλωσσικές αδυναμίες, το έργο είναι άνισο, με έντονο το στοιχείο του πλατειασμού. Ο Βλαχογιάννης προχώρησε σε εκτεταμένες διορθώσεις και παραλείψεις ανούσιων σημείων όμως και πάλι το έργο ήταν τεράστιο –τρεις τόμοι των 700 σελίδων– και πολύ δύσκολο στην ανάγνωση. Δεν είναι τυχαίο πως το έργο δεν είχε εκδοθεί, παρά τις προσπάθειες του ίδιου του Κασομούλη. Με πολλούς κόπους κατάφερε το 1939 να πάρει από το Πάγκειο Ίδρυμα το ποσό που χρειαζόταν και να ολοκληρώσει την έκδοσή του μέσα στην Κατοχή.
Τα Στρατιωτικά ενθυμήματα της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1933 είναι ένα κείμενο που δύσκολα διαβάζεται, δεν μπορεί να γίνει αγαπητό από το κοινό. Δεν έχει καν τη γραφικότητα της ακατέργαστης, λαϊκής γλώσσας των «Απομνημονευμάτων» του Μακρυγιάννη. Έχει όμως ένα άλλο, μεγάλο πλεονέκτημα: είναι η πιο κατατοπιστική και, κυρίως, η πιο αντικειμενική πηγή που έχουμε για μεγάλες στιγμές της Επανάστασης και προπάντων για τις δύο κορυφαίες: την πολιορκία του Μεσολογγίου και την εκστρατεία του Καραϊσκάκη το 1826-1827. Με τιμιότητα στέκεται απέναντι στα γεγονότα και στους πρωταγωνιστές, χωρίς να έχει ως πρωταρχικό μέλημα την ανάδειξη της προσωπικής του συμβολής, στοιχείο που συναντάμε κατά κόρον σε «Απομνημονεύματα» δημόσιων προσώπων· αντίθετα, συχνά αυτοσαρκάζεται και παραδέχεται λάθη του και λανθασμένες εκτιμήσεις. Ο Κασομούλης επέστρεψε στο Μεσολόγγι στις 29 Ιουλίου 1825, περίπου τρεις μήνες μετά την έναρξη της πολιορκίας, και περιγράφει αναλυτικά τους δραματικούς μήνες που ακολούθησαν.
Ο Κασομούλης γεννήθηκε το 1797 στη Σιάτιστα της Μακεδονίας. Μυήθηκε στη Φιλική και πρωτοστάτησε στην Επανάσταση στον Όλυμπο, που όμως γρήγορα κατεστάλη. Θα ακολουθήσει τον αρματολό του Ασπροπόταμου (Αχελώου) Νικόλα Στουρνάρη ως γραμματικός του. Όταν στην Έξοδο ο Στουρνάρης θα σκοτωθεί, οι επιζώντες από τον «νταϊφά» του θα συγκεντρωθούν γύρω από τον Κασομούλη που, μετά την εμπλοκή του στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο Ναύπλιο, τελικά θα ακολουθήσει τον Καραϊσκάκη. Στον τακτικό στρατό που συγκροτεί ο Καποδίστριας υπηρετεί με τον βαθμό του ταγματάρχη και στην περίοδο του Όθωνα ως φρούραρχος στην Ακρόπολη, τον Πειραιά και το Ναύπλιο. Στο διάστημα αυτό (1832-1841) γράφει τα Ενθυμήματα. Καθώς δεν ήταν ποτέ αρεστός στην εξουσία, βρίσκεται μονίμως μεταξύ υπηρεσίας και «αργίας» ως το 1863 οπότε και θα αποστρατευτεί οριστικά με τον βαθμό του συνταγματάρχη. Θα αποτραβηχθεί στη Στυλίδα ως τον θάνατό του, το 1871.
Τόσες πηγές... στο σκοτάδι;
Η συντριπτική πλειοψηφία των πηγών αυτών (ανεξάρτητα από το είδος, την εποχή, την καταγωγή ή το ιδεολογικό ρεύμα) σε μεγάλο βαθμό συμφωνούν στις απαντήσεις που δίνουν στα μεγάλα ερωτήματα: Γιατί, αν και υπήρχαν οι υλικές δυνατότητες (λίγους μήνες πριν είχαν παρθεί τα δάνεια από την Αγγλία), το Μεσολόγγι εγκαταλείφθηκε από την κυβέρνηση του Αγγλικού κόμματος; Γιατί οι στρατιωτικές δυνάμεις των Ελλήνων κινήθηκαν προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση (μέχρι και τη ...Βηρυτό) εκτός από το Μεσολόγγι; Γιατί οι χιλιάδες Έλληνες πολεμιστές που βρίσκονταν έξω από την πόλη, στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας, έμειναν αδρανείς; Αυτά τα δύο δεδομένα, ο πλούτος των πηγών και η ταύτισή τους, καθιστούν πιο εκκωφαντική τη σιωπή που έχει επιβληθεί στον δημόσιο διάλογο.
Ας ξαναδώσουμε τον λόγο στον Π. Μπουκάλα:
Κι όμως. Παρά την έγκαιρη ανταπόκριση των τεχνών και παρά την πλούσια απομνημονευματογραφία και ιστοριογραφία για τους πολύχρονους και πολυαίμακτους αγώνες των ελεύθερων πολιορκημένων, ακούγεται απολύτως αληθινός τούτος ο λόγος του Αλέξη Πολίτη, στο επίμετρό του, με τον τίτλο «Η προσωπική εμπειρία ως Ιστορία», στο βιβλίο «Νικόλαος Κασομούλης, Με το σπαθί εις το χέρι και με το ντουφέκι στο πολιορκημένο Μεσολόγγι», όπου ανθολογούνται τα εκτενέστατα αποσπάσματα των κασομούλειων Ενθυμημάτων που αφορούν την αιτωλική πόλη:
«Έχουμε μεγαλώσει ακούγοντας για το Μεσολόγγι, ωστόσο για τους περισσότερους η λέξη βγάζει, άμα τη χτυπάς, τον κούφιο ήχο των ρητορικών λόγων».
Η επέτειος των 200 χρόνων από την Έξοδο της 10ης Απρίλη 1826 αποτελεί μια ευκαιρία να ξανάρθουν στην επιφάνεια όλα αυτά που καταγράφουν οι πηγές και σχολιάζει η ιστοριογραφία. Μακριά και σε αντιπαράθεση με τον «κούφιο ήχο των ρητορικών λόγων» που κυριαρχεί στις επίσημες φιέστες!
(Τα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από το έργο του Σ. ΑΛΕΞΙΟΥ «Προδομένο Μεσολόγγι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ. Τα αποσπάσματα του Π. ΜΠΟΥΚΑΛΑ προέρχονται από τον πρόλογο του ίδιου έργου)





























