Στην ταινία του Θ. Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998) ο πρωταγωνιστής -γνωστός συγγραφέας - είχε τη φιλοδοξία να τελειώσει το Γ΄ σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Διονύσιου Σολωμού. Για τις ανάγκες της δραματουργικής εξέλιξης βάζει τον ποιητή να βρίσκεται στην Ιταλία όταν μαθαίνει ότι οι Έλληνες «έπειτα από τόσους αιώνες παίρνουν τα όπλα» και διεκδικούν την ελευθερία τους. Αποφασίζει να γυρίσει στην πατρίδα του. Στο ερώτημα των φίλων του «Και τι μπορεί να κάνει ένας ποιητής;» εκείνος απαντά:
«Να τραγουδήσει την επανάσταση, να κλάψει τους νεκρούς, ν’ ανακαλέσει το χαμένο πρόσωπο της ελευθερίας.»
Δεν ήξερε όμως τη «γλώσσα της μάνας του». Και άρχισε να τριγυρνάει ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους καταγράφοντας τις λέξεις που άκουγε και «πληρώνοντας μ’ ένα τάλαρο κάθε λέξη που δεν ήξερε». Ήταν το συμβολικό αντίτιμο που δίνει κάθε καλλιτέχνης, έλεγε ο Αγγελόπουλος, προκειμένου να ανοίξει δρόμους επικοινωνίας με την κοινωνία.
«Έτσι έγραψε τον “Ύμνο στην Ελευθερία”. Βέβαια έγραψε κι άλλα ποιήματα. Κι ένα μεγάλο… ατέλειωτο… που τ’ ονόμασε “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”. Όλη την υπόλοιπη ζωή του προσπαθούσε να το τελειώσει. Αλλά δεν πρόλαβε… Του λείπανε λέξεις…»
Το εύρημα της ταινίας εστιάζει σε δύο βασικούς πόλους της ποίησης του Σολωμού: την πάλη για την ελευθερία και την «πάλη» με τη γλώσσα. Στο πεζό του «Διάλογος» (1824), ο ποιητής απευθύνεται στον φίλο του λέγοντας:
«μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζη ή κανένας Τούρκος βαβίζη· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.»
Και τις δύο του αγωνίες ο Σολωμός τις πλήρωσε. Η γλώσσα του επικρίθηκε ως «ένα είδος διεφθαρμένου ιδιώματος» (Α. Ρ. Ραγκαβής), ενώ ο Α. Σούτσος σε μια έμμετρη επιστολή του προς τον Όθωνα είχε γράψει μεταξύ άλλων:
«Ο Κάλβος και ο Σολωμός ωδοποιοί μεγάλοι, / κ’ οι δύο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα κάλλη».
Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» (1823) έγινε Εθνικός ύμνος το 1865, παρά τις προτροπές για την κατάργησή του, λόγω της δημοτικής γλώσσας στην οποία είναι γραμμένος. Και δεν ήταν μόνον οι Φαναριώτες λόγιοι που πρωτοστάτησαν σε αυτό. Η γλώσσα του «Ύμνου» ήταν παράταιρη σε ένα κράτος που είχε επίσημη την καθαρεύουσα και καταδίωκε τους δημοτικιστές. Μόλις το 1976, 119 χρόνια μετά τον θάνατό του, η δημοτική γλώσσα έγινε η «επίσημη γλώσσα» του ελληνικού κράτους. Ένας «εθνικός ποιητής» που δεν ανταποκρινόταν, όμως, στα κυρίαρχα εθνικά στερεότυπα.
Και δεν ήταν μόνο η γλώσσα παράταιρη. Αταίριαστες με το μετέπειτα κυρίαρχο αφήγημα περί εθνικά ομόψυχης αντιμετώπισης του Οθωμανού εχθρού και ανιδιοτελούς συμπαράστασης των «Μεγάλων Δυνάμεων» στον αγώνα για την Ελευθερία είναι και τα όσα «πραγματολογικά» στοιχεία εξάγονται από την ποίησή του που έχει ιστορικό υπόβαθρο τον εθνικό και κοινωνικό απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. «Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν», «Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον», «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», πολλά από τα σατιρικά του ποιήματα αποκαλύπτουν έναν Σολωμό με ουσιαστική γνώση των εθνικών και διεθνών συνθηκών, αλλά και με καυστική και επικριτική άποψη για τις «Προστάτιδες» δυνάμεις, για τους Έλληνες συνεργάτες των Οθωμανών, για όσους πρόδωσαν τον αγώνα, για τον εμφύλιο πόλεμο, για όσους χλεύασαν τους αγωνιστές, για το υποκριτικό ήθος των αριστοκρατών της Ζακύνθου.
Όταν έγραφε ο Σολωμός τα έργα του αυτά ήταν επηρεασμένος από τις επαναστατικές ιδέες του Διαφωτισμού για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ελευθερία, υποστήριζε το κίνημα των Ιταλών καρμπονάρων που βασιζόταν σε αυτές τις αρχές και καλλιτεχνικά εμπνεόταν από πιο δυναμικά στοιχεία του ρομαντισμού. Η βαθιά θρησκευτικότητα, η μεταφυσική διάσταση με τις οποίες περιέβαλλε πλευρές της δράσης και των κινήτρων προσώπων του έργου του στηρίζονταν σε μια πραγματική ιστορική βάση. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο στα σχετικά ποιήματά του είναι η επίκληση στις αρχές της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης.
Αν δεν μέναμε, για παράδειγμα, μόνο στις δύο πρώτες στροφές του «Ύμνου» θα εντοπίζαμε, σε αρκετά σημεία του, στίχους που αναφέρονται στην μάταιη αναζήτηση στηρίγματος από ξένες δυνάμεις για συμπαράσταση στον αγώνα για την απελευθέρωση:
«Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσασι καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.
Άλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
όπου εχαίροντο πολύ,
“σύρε να 'βρης τα παιδιά σου,
σύρε”, έλεγαν οι σκληροί.»
Σε αρκετά σημεία του «Ύμνου» εμφανίζεται ο ρόλος των Μεγάλων δυνάμεων, αλλά ο αιχμηρός λόγος του αποτυπώνεται έντονα στο «Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον», όπου η πένα του Μπάιρον γίνεται τρόμος «εναντίον στην αδικιά», τον βάζει αντιμέτωπο με «… τους Βασιλιάδες/ που έχουν Ένωσιν Ιερή,» καθώς υποψιάζεται:
«μη φερθούνε ωσάν Πασάδες
στον Μαχμούτ εμπιστευτοί;»
Δηκτικός στου
«…Κοράκου
της Αυστρίας το κραυγητό,
που δεν έκρωξε του κάκου,
και επεθύμαε το κακό»·
Ειρωνικός για το
«πόσην έδειξε χαρά
αγροικώντας ένας Γάλλος:
εχαθήκαν τα Ψαρά»·
Προειδοποιητικός για όποιον θέλει να κρατήσει σκλαβωμένη τη γη που συνορεύει με τον Ατλαντικό:
«το δοκίμασεν η Αγγλία!
Κανείς πλέον ας μην κοτά».
Σε αυτές όμως τις δυνάμεις ήλπιζε η «Γυναίκα της Ζάκυθος» λέγοντας στις Μεσολογγίτισες που είχαν καταφύγει στη Ζάκυνθο όταν άρχισε η δεύτερη πολιορκία και ζητιάνευαν τρόφιμα για τις ίδιες και εφόδια για τους πολιορκημένους:
« Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες».
Τέτοιες ελπίδες είχε μάλλον και ο Ιμπραήμ αφού την πολιορκητική του μηχανή την οργάνωσαν:
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι»
( σε μια από τις πρώτες γραφές, ο στίχος αναφέρει τον νου «Ιταλού και Γάλλου»).
Το «καλυβάκι» αντιστάθηκε όσο μπορούσε τσακισμένο από την πείνα και τον θάνατο, αντιστεκόμενο στην ομορφιά της ζωής και του έρωτα, θλιμμένο «από την ανάμνηση της περασμένης δόξας», αφημένο στην τύχη του από τους εκπροσώπους τότε της ελληνικής κυβέρνησης, θύμα και του εμφυλίου πολέμου.
Γι’ αυτόν είχε προειδοποιήσει ο Σολωμός στον «Ύμνο» και στον «Λορδ Μπάιρον», πιο αιχμηρά στον δεύτερο, καθώς βάζει τον ποιητή να ζητά από τους Έλληνες να τον σταματήσουν:
«Γιατί αλλιώς θε να βρεθήτε
Ή με ξένο βασιλιά, ή θα καταφανισθήτε
Από χέρια αγαρηνά».
Κατέληξαν τελικά με ξένο βασιλιά... Εκτός όμως τις αναφορές στα μεγάλα πολιτικά ζητήματα ο ποιητής εστιάζει και στην κοινωνική αντιμετώπιση των αγωνιστών και αγωνιστριών του αγώνα. Υπάρχει η σύνθεση του «Κρητικού» που ψωμοζήτης πια ζητάει την βοήθεια «του διαβάτη» με αντίτιμο την διήγηση της ιστορίας του από το φευγιό του μετά την αποτυχημένη εξέγερση των Κρητικών στα 1823-1824 και τον χαμό όλων των δικών του.
Στο πρόσωπο όμως της «Γυναίκας της Ζάκυθος» ο Σολωμός αποκαλύπτει την εχθρική στάση μέρους της ζακυνθινής αριστοκρατίας απέναντι στους εξεγερμένους Μεσολογγίτες. Τα λόγια της ηχούν γνώριμα και σήμερα καθώς είναι απλώς παραλλαγές παρόμοιων λόγων που απευθύνονται σε σύγχρονους πρόσφυγες, από ανθρώπους βολεμένους, φοβισμένους και εκφοβιστικούς, μισάνθρωπους και μισημένους:
«Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου ; Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο θεός είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ. Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήσετε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε; Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλληκαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ᾿ ήσθενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατὶ επήρετε τα άτυχα παλληκάρια της Τουρκιάς ξάφνου. Και πώς εμπόρειε ποτὲ του να υποφτευθεί τέτοια προδοσία; Το ’θελε ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα; … Και τώρα που βλέπετε πώς πάνε τα πράματά σας κακά, θέλτε να πέσει το βάρος απάνου μου.»
Ο Διονύσιος Σολωμός μνημονεύεται συνήθως στις επετείους με αφορμή την επανάσταση του 1821 και κυρίως την Έξοδο του Μεσολογγίου από την οποία συμπληρώνονται φέτος 200 χρόνια. Αυτό μπορεί να μοιάζει εύλογο, αδικεί όμως και περιορίζει το έργο του, τη συνολική θεματολογία του, την αισθητική του διάσταση, την αγωνία και τη μάχη του με τη γλώσσα. Επίσης αντιμετωπίζεται συνήθως μόνο στα «ηρωικά» του στοιχεία, γεγονός που αφαιρεί μια βαθύτερη ανθρώπινη διάσταση των πρωταγωνιστών του που έπρεπε να δώσουν μάχες με την «Ανάγκη» -τους πολιορκητές, την πείνα, την ομορφιά της φύσης, το κάλεσμα του έρωτα και της ζωής- για να μείνουν πιστοί στο «Χρέος», όπως ήταν και ο πρώτος τίτλος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων». Αποσπάται από τα ιστορικά του συμφραζόμενα, την εποχή του και την κριτική που ασκούσε σε ό,τι εμπόδιζε την απελευθέρωση από τον όποιο δυναστικό ζυγό τη «Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα». Και κυρίως αγνοείται η διεθνής διάσταση που απέδιδε στον αγώνα των πολιορκημένων του Μεσολογγίου. Προέτρεπε τον εαυτό του στους «Στοχασμούς» του για τη σύνθεση του ποιήματος:
«Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος, μέσα εις τον οποίον κινιέται η πολιορκημένη πόλη,, να ξεσκεπάζει εις την ατμόσφαιρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση, οπού αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για εκείνους οπού θέλουν να την αρπάξουν, - και για την ηθική θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητας. Τοιουτοτρόπως η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα. - Ιδές τον Προμηθέα και εν γένει τα συγγράμματα του Αισχύλου. - Ας φανεί καθαρά η μικρότης του τόπου και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος οπού την έχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες.» Κι εννοούσε την «Ελευθερία, μεστήν από το Χρέος, δηλαδή απ' όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική».
Έτσι αν και «Εις τον πάτο της εικόνας» βρισκόταν «πάντα η Ελλάδα με το μέλλον της», όπως γράφει, πάλι στους «Στοχασμούς» του, είχε στον νου του τη σύνδεσή της με τα «μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητας», ως μέρος του «παγκόσμιου συστήματος».
(Η Αιμιλία Καραλή είναι Δρ. Φιλοσοφικής ΕΚΠΑ, συγγραφέας)



























