«Μια φορά ήταν ένας μόνος του’ – ο τίτλος από το κλασσικό μυθιστόρημα του Γιώργου Σκούρτη θα μπορούσε να συμπυκνώνει αναρίθμητες ιστορίες αμέτρητων ανθρώπων. Από το προσωπικό βίωμα μέχρι το πολιτικό συναίσθημα, η αίσθηση της μοναξιάς μοιάζει να μεγαλώνει. Στην εποχή όπου όλοι μοιάζει να είναι συνδεδεμένοι με όλους ανά πάσα στιγμή και ο κόσμος απέχει μονάχα ένα κλικ, οι έρευνες δείχνουν ότι όλο και πιο πολύ νιώθουν μόνοι. Με οδηγούς δυο σπουδαίους επιστήμονες μπαίνουμε στο σκοτεινό δωμάτιο της μοναξιάς, που καθόλου δεν μοιάζει ωστόσο με την δίδυμη αδελφή της, την μοναχικότητα.
Οι μικρότεροι μπορεί και να μην την γνωρίζετε, είναι ωστόσο μια φράση που στοίχειωνε τον πολιτικό μας βίο – και ενίοτε το συλλογικό φαντασιακό – για δεκαετίες. «Είμαστε έθνος ανάδελφο» είχε πει το μακρινό 1985 ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας και απηχούσε την αίσθηση πολλών ότι οι Έλληνες ζουν στην μικρή πατρίδα τους χωρίς «αδελφικούς λαούς». Έκτοτε, άλλοτε η φράση χρησιμοποιείται για να περιγράψει την «μοναδικότητά μας» κι άλλοτε τον βαθύτατο φόβο ότι η μικρή Ελλάς επιβιώνει σε έναν εχθρικό κόσμο.
Αυτή η αίσθηση της εθνικής μοναξιάς μπορεί και να διασταυρώνεται με αυτό που κάποιοι αποκαλούν «επιδημία μοναξιάς», ωστόσο σε αυτό το σύγχρονο φαινόμενο μάλλον αδελφωμένοι πορευόμαστε με τους άλλους λαούς.
Στην μετά – πανδημική εποχή αλλεπάλληλες έρευνες δείχνουν πως η μοναξιά εντείνεται, ωστόσο, θα ήταν μάλλον άδικο αυτό το βαθύ και διαβρωτικό αίσθημα να ερμηνευτεί μονάχα ως απότοκο μιας πρωτόγνωρης για τον πλανήτη συνθήκης. Γιατί πριν τον κορονοϊό κι άλλοι «ιοί» είχαν χτυπήσει τις κοινωνίες μας.
- Στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα Πανεπιστημίου της Αριζόνα, η μοναξιά αυξήθηκε απότομα στις ηλικίες 40-65.
- Το 13% των Ευρωπαίων νιώθουν μοναξιά τις περισσότερες φορές ή όλη την ώρα, ενώ το 35% τουλάχιστον κάποιες φορές, σύμφωνα με την πρώτη πανευρωπαϊκή έρευνα (EU-LS 2022).
Ο Ηλίας Γκότσης είναι κοινωνιολόγος, οικογενειακός-συστημικός θεραπευτής και επόπτης, αλλά και συγγραφέας επιστημονικών άρθρων και ψυχολογικών μυθιστορημάτων. Μέσα από τις χιλιάδες ώρες των συναντήσεών του με τους θεραπευόμενούς του «συναντιέται» και το φαινόμενο της μοναξιάς – αυτό που τα ΜΜΕ αποδίδουν συνήθως στην πανδημία και όσα άφησε πίσω της εντός μας και στις κοινωνίες μας. Είναι ο κορονοιός η γεννεσιουργός αιτία της μοναξιάς, που όλο και περισσότερες έρευνες προσπαθούν να «φωτίσουν» - με αυτό το ερώτημα ξεκινήσαμε τη συζήτησή μας.
«Όντως οι έρευνες των τελευταίων χρόνων δείχνουν ότι το φαινόμενο της μοναξιάς εντείνεται, ωστόσο ο κόβιντ έφερε πολλά στο προσκήνιο αλλά δεν τα δημιούργησε», λέει ο Γκότσης. «Κυρίως, η πανδημία έφερε στο προσκήνιο της διαδικτυακές σχέσεις, που χαρακτηρίζονται από πάρα πολύ γρήγορες εναλλαγές και έλλειψη σταθερότητας. Στο διαδίκτυο είμαι μαζί με άλλον και ταυτόχρονα το σώμα μου δεν είναι μέσα στη σχέση, δεν είμαι ολόκληρος εκεί, αλλά ένα μέρος μου.
» Έπειτα, ζούμε σε έναν κατακερματισμένο κόσμο – σε επίπεδο κοινωνικό, συλλογική ταυτότητας, κοινών αφηγήσεων, κοινών φαντασιακών για το μέλλον. Μέσα σε αυτόν τον κατακερματισμένο κόσμο, ζούμε και ως κατακερματισμένα άτομα, είμαστε ασύνδετοι με δικά μας κομμάτια, δεν μπορούμε να βιώσουμε τον εαυτό μας στην ολότητά του και, επομένως, δεν μπορούμε να είμαστε στην ολότητά μας παρόντες σε μια σχέση. Μπορεί να συνδεόμαστε πολύ καλά στον επαγγελματικό χώρο, αλλά όχι στο κομμάτι της πολιτικής ή σε επίπεδο ιδεών και συλλογικοτήτων. Αυτό επίσης συμβάλλει στο αίσθημα της μοναξιάς.
» Αν δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε την ικανότητά μας να σχετιστούμε, αν εμείς έχουμε εμείς αποσυνδεθεί από τις ικανότητες σύνδεσής μας, αν εμείς δεν αναγνωρίζουμε τις ανάγκες και τα συναισθήματά μας, πως να συνδεθούμε τον Άλλο; Ωστόσο, θέλω να διαχωρίσουμε την μοναξιά από την μοναχικότητα, εκεί όπου η μοναξιά είναι επιλογή να πάρουμε λίγο χώρο, να μπούμε σε ένα πεδίο όπου οι φωνές λιγοστεύουν. Έχουμε την ανάγκη να κατεβάζουμε λίγο τον θόρυβο, την ένταση, την εξωτερική βία και να μένουμε λίγο μόνοι μας για να αναστοχαστούμε».
Από τα πολύ βαθιά νερά της ατομικότητάς μας, από αυτό που συμβαίνει βαθιά μέσα μας, όπως έξοχα το βάζει σε λέξεις, ας ανοιχτούμε στις πλατιές κοινωνικές θάλασσες. Από μιαν άλλη επιστημονική πειθαρχία προερχόμενος, ο Βασίλης Ιωακειμίδης, Καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, μας μιλάει για την μοναξιά για την οποία συνήθως η δημοσιογραφία επιλέξει βαρύγδουπους χαρακτηρισμούς – όπως «πανδημία». Είναι όντως έτσι;
«Η μοναξιά βαφτίζεται ως «επιδημία» ακριβώς γιατί ο τρόπος που δομούνται οι νεωτερικές κοινωνίες και οι νεοφιλελεύθερες οικονομίες διαρρηγνύουν αντι να ενθαρρύνουν τις κοινωνικές σχέσεις», λέει ο Ιωακειμίδης. «Οι επιπτώσεις της μοναξιάς στην ψυχική υγεία είναι καταστροφικές. Όμως αν παθολογικοποιήσουμε το φαινόμενο , κατηγορώντας το μοναχικό άτομο ή την οικογένειά του αποκρύπτουμε τις κοινωνικές της αιτίες. Η μοναξιά είναι πρωτίστως κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο».
- 16-175 των Ελλήνων βιώνουν μοναξιά, σύμφωνα με την Γιούροστατ.
- η μοναξιά είναι πιο διαδεδομένη στην Ιρλανδία (20 %)
- ακολουθούν το Λουξεμβούργο, η Βουλγαρία και η Ελλάδα.
- τα χαμηλότερα επίπεδα παρατηρούνται στις Κάτω Χώρες, την Τσεχική Δημοκρατία, την Κροατία και την Αυστρία (όλες κάτω από 10%).
Το προσωπικό είναι πάντα και πολιτικό – κι αυτό δεν μπορεί παρά να αφορά και φαινόμενα όπως η μοναξιά. Πως συνδέονται λοιπόν οι οβιδιακές μεταμορφώσεις τστις οποίες εξαναγκάστηκε η ελληνική κοινωνία από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης με το φαινόμενο της μοναξιάς, ρωτάμε τον Ιωακειμίδη. «Συνδέονται άμεσα. Οι αλλαγές που επέφερε η υπερδεκατής κρίση δεν ήταν απλώς οικονομικές, αλλά βαθιά κοινωνικές και υπαρξιακές», λέει ο Καθηγητής του ΠΑΔΑ. «Η εργασία έγινε πιο εντατική, πιο ατομικοποιημένη και πιο ανταγωνιστική, το κράτος πρόνοιας συρρικνώθηκε και οι συλλογικοί χωροι αποδυναμώθηκαν. Η μοναξιά δεν είναι ένα παράπλευρο σύμπτωμα της κρίσης· είναι δομικό της αποτέλεσμα. Είναι η κοινωνική εμπειρία μιας μετάβασης προς μια κοινωνία όπου ο καθένας καλείται να επιβιώσει μόνος. Αν δεν τα καταφέρει θα πρέπει να νιωθει ενοχές και να φέρει το στίγμα του ‘’αδύναμου’’. Αυτή είναι πρωταρχικά μια ιδεολογική συζήτηση».
» Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα κορυφαίοι υπουργοί της κυβέρνησης εγκαλούν τους πολίτες επειδή, ενώ διαμαρτύρονται για την ακρίβεια, «τα καφενεία και οι πλατείες είναι γεμάτα». Τέτοια σχόλια δεν είναι απλώς πολιτικά ασόβαρα, λειτουργούν πειθαρχικά, στοχοποιώντας τη συλλογική παρουσία και παράγοντας ενοχή στις λαϊκές τάξεις. Το μήνυμα είναι σαφές: είτε θα αποδεχθείτε ότι οι μισθοί είναι επαρκείς και η οικονομία βελτιώνεται, είτε θα μείνετε σπίτι».
- Η μοναξιά συσχετίζεται με την πρόωρη θνησιμότητα και «ενοχοποιείται» για 871.000 θανάτους ετησίως.
- Σε 21 ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ, οι καθημερινές προσωπικές συναναστροφές με φίλους και συγγενείς μειώνονται σταθερά μεταξύ 2006 – 2022.
- Οι άνεργοι και όσοι ανήκουν στο χαμηλότερο εισοδηματικό κλιμάκιο είναι περίπου δύο φορές πιο πιθανό να αναφέρουν ότι αισθάνονται μοναξιά.
- Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο κοινωνικής απομόνωσης.
Ωστόσο, μέσα στα χρόνια της κρίσης είδαμε τους πολίτες να κινητοποιούνται μαζικά και να αντιμετωπίζουν συλλογικά από την πείνα και την φτώχεια μέχρι και τις άγριες κατασταλτικές επιθέσεις της αστυνομίας. Που πήγε αλήθεια όλο αυτό το θαυμαστό κύμα και κίνημα αλληλεγγύης που ξεδιπλώθηκε επί τόσα χρόνια στην Ελλάδα, ρωτάμε τον Ηλία Γκότση. «Στην κρίση ενεργοποιήθηκαν πολύ σημαντικά αντανακλαστικά, πάντα κάθε κρίση είναι κίνδυνος και ευκαιρία, μια ευκαιρία για την δημιουργία κι ένας κίνδυνος για την καταστροφή. Εκείνα τα χρόνια, σε διάψευση πολλών τάσεων που υπήρχαν στο διεθνές προσκήνιο για άνοδο της ακροδεξιάς, στην Ελλάδα ανέβηκε πάρα πολύ, αλλά δεν εκτινάχτηκε. Αντιθέτως, ξύπνησαν παλιές μνήμες από περιόδους όπου οι συλλογικές αφηγήσεις μπορούσαν να παράξουν νόημα. Αργότερα επήλθε μια ματαίωση, μια ήττα της αφήγησης του συλλογικού. Και, επιπλέον, σήμερα έχουν καταρρεύσει ή δεν υπάρχουν δομές υποστήριξης για ανθρώπους που βιώνουν μοναξιά λόγω ψυχικών δυσκολιών ή ασθενειών ή προχωρημένης ηλικίας. Σκεφτείτε πόσο πολλοί άνθρωποι είναι μόνοι και πόσο μόνοι αφήνονται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν».
Ποια είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της μοναξιάς ανά ηλικία; Και πόσο ρόλο παίζει η κοινωνική τάξη ακόμα και σε αυτό το βίωμα, ρωτάμε τον Βασίλη Ιωακειμίδη.«Ο τρόπος που εμφανίζεται και βιώνεται η μοναξιά έχει σαφές ταξικό πρόσημο και διαφοροποιείται ανά ηλικιακή περίοδο», λέει ο Καθηγητής του ΠΑΔΑ.
«Στους νέους, η ανάγκη για κοινωνική ένταξη και σταθερότητα συναντά συνθήκες επισφάλειας, χαμηλών μισθών και αβεβαιότητας. Στις νέες οικογένειες, η μοναξιά συχνά εκδηλώνεται ως διαρκής ένταση ανάμεσα στη φροντίδα των παιδιών και τις απαιτήσεις της εργασίας, σε ένα πλαίσιο ελλειμματικής δημόσιας στήριξης. Στη μέση ηλικία κυριαρχεί η κόπωση από τον διπλό ρόλο φροντίδας – προς τα παιδιά και προς τους ηλικιωμένους γονείς, αυτό που συχνά περιγράφεται ως sandwich generation. Στους ηλικιωμένους, η μοναξιά συνδέεται με απώλειες, κοινωνική απομόνωση και φτωχοποίηση.
» Η κοινωνική τάξη καθορίζει σε ποιο βαθμό αυτές οι μεταβάσεις θα βιωθούν μέσα σε πλαίσια αλληλοϋποστήριξης ή σε συνθήκες αλλοτρίωσης και απομόνωσης. Επιδημιολογικές έρευνες για την κοινωνική ανισότητα δείχνουν ότι η μοναξιά δεν είναι ατομική εμπειρία, αλλά αντανάκλαση της κοινωνικής ανισότητας».
Μέσα σε αυτόν τον κόσμο που μοιάζει να σκληραίνει ολοένα και περισσότερο μια στρατιά από «ειδικούς» μέσα από γρήγορα βίντεο μοιάζει να έχει το παυσίλυπο και την λύση. Και, φυσικά, μας… συμβουλεύει και για το πως να αντιμετωπίσουμε την μοναξιά. Λύνονται άραγε όλα μας τα προβλήματα καταναλώνοντας ψυχαναγκαστικά βιντεάκια με ΨΥ περιεχόμενο, ρωτάμε τον έμπειρο ψυχοθεραπευτή. «Υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος στις μέρες μας. Απουσιάζει ένας πολιτικός λόγος που να μπορεί να δημιουργήσει δυνατότητες συνάντησης των ανθρώπων, ενός ονειρέματος για το μέλλον, την πεποίθηση ότι μπορούμε να ελέγξουμε το μέλλον και να κινηθούμε με εναλλακτικούς τρόπους απέναντι στη δυστοπία που ζούμε. Ταυτόχρονα, υπάρχει ένα κενό μεγάλων αφηγήσεων, πέρα από τις ρετροτοπίες.
» Αυτή απουσία και αυτό το κενό δίνουν μια μεταφυσική δύναμη στην ψυχοθεραπεία που δεν την έχει κι είναι κι επικίνδυνη. Για παράδειγμα, σε ένα τόσο μεγάλο γεγονός όπως τα Τέμπη, αν χρειαζόμαστε ψυχολόγους για να καλύψουμε την απουσία του κοινωνικού μαζί, κάτι επικίνδυνο συμβαίνει. Αν χρειαζόμαστε ψυχολόγους για να καθοδηγήσουν και να δώσουν συνταγές για το ευ ζην, αν ο ψυχολόγος είναι ο νέος παπάς, είναι επικίνδυνο. Αυτό είναι μια pop ψυχολογία στην λογική του εμπορεύματος. Η ψυχοθεραπεία συντροφεύει, παρηγορεί, αντέχει τον Άλλο και τον πόνο του, αλλά δεν αντικαθιστά τους κοινωνικούς δεσμούς».
Αυτό το αίσθημα βαθύτατης μοναξιάς μπορεί άραγε να είναι το ερμηνευτικό κλειδί για να «διαβάσουμε» μέχρι και τις δημοσκοπήσεις; Μπορεί κανείς να "διαβάσει" την πολιτική συγκυρία ως πολιτική μοναξιά, ρωτάμε τον Βασίλη Ιωκακειμίδη. «Ξεκάθαρα ναι. Ζούμε σε μια περίοδο πολιτικής μοναξιάς: αποδυνάμωση συλλογικών μορφών οργάνωσης, απαξίωση της συμμετοχής, μετατροπή των κοινωνικών προβλημάτων σε ατομική ευθύνη.
» Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική και συλλογική: επαναδιεκδίκηση των «κοινών», των δημόσιων χώρων, των κοινωνικών σχέσεων, της αλληλεγγύης ως καθημερινής πρακτικής. Ακόμα και σε συνθήκες ακραίας βίας και απομόνωσης, όπως η εξορία, ο εκτοπισμός στα ξερονήσια και οι φυλακές, οι πολιτικοί κρατούμενοι άντεξαν επειδή κατάφεραν να συγκροτήσουν μικρές κοινότητες αντίστασης, αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης, συνδέοντας την εμπειρία του εκτοπισμού με ένα κοινό συλλογικό όραμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο.
» Οι δημόσιοι χώροι, τα σωματεία, οι συλλογικές δομές φροντίδας, οι κοινότητες αγώνα δεν είναι ρομαντικά κατάλοιπα· είναι όροι κοινωνικής επιβίωσης για τις λαϊκές τάξεις».

























